Το τέλος της αορασίας του Γιάννη Βλαστάρη: Εκλογές επί θύραις;
Σχολιάζει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης
Στις 23 Ιουνίου 2026, η εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» δημοσίευσε ένα άρθρο με τον τίτλο «Γιάννης Βλαστάρης: Τσάι, ουίσκι και μεταπολιτευτικό ροκ» και υπότιτλο «Πώς ένας πρώην Κνίτης βρέθηκε να γράφει τους λόγους του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η χημεία από την αρχή ήταν καλή».
Το άρθρο αυτό αναρτήθηκε και στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας, αλλά η πρόσβαση σε αυτό είναι εφικτή μόνο κατόπιν συνδρομής. Ωστόσο, κάποια ιστολόγια το αναπαρήγαγαν, καθιστώντας το με αυτόν τον τρόπο ελευθέρως προσβάσιμο1.
ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗ
Μετά από αυτό το άρθρο της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ», ο διαχειριστής του παρόντος ιστολογίου Truth Revealed αισθάνεται απολύτως δικαιωμένος, αφού, ήδη στις 7 Μαρτίου 2025, δηλαδή περίπου ενάμιση χρόνο προτού η «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» βγάλει στο φως τον αόρατο λογογράφο του Κυρ. Μητσοτάκη, είχε αναρτήσει εδώ το πρώτο άρθρο που αφορούσε τον ρόλο του Γιάννη Βλαστάρη2. Ακολούθησαν κι άλλες αναρτήσεις του γράφοντος3, με τελευταία εκείνη που ετοιμάσθηκε μετά την τυχαία συνάντησή μου με τον πρωθυπουργικό λογογράφο στο Σύνταγμα, όπου με συμβούλευσε ειρωνικά να μείνω στον κόσμο μου4.
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»
Ο συντάκτης του άρθρου της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ» ξεκινά το κείμενό του με την πρώτη γνωριμία Γιάννη Βλαστάρη-Κυριάκου Μητσοτάκη εν έτει 1992, αναφέροντας την διευθυντική ιδιότητα του πρώτου στην «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», μια σκοτεινή εφημερίδα, που, ταυτοχρόνως, ήταν και «τυπογραφική φωλιά» της 17Ν, αφού εκεί στέλνονταν και δημοσιεύονταν οι προκηρύξεις της τρομοκρατικής αυτής οργάνωσης.
Μάλιστα, στο φύλλο της 13ης Ιανουαρίου 1981 (σελ. 9) είχε δημοσιευθεί επιστολή του Χριστόδουλου Ξηρού, 21 χρόνια προτού γίνει ευρέως γνωστός ο ρόλος του ως μέλους της «17Ν»! Ο τίτλος που είχε επιλεγεί για την επιστολή εκείνη ήταν «Ψυχολογική βία στον πατέρα μου από κατηχητές».
Είχε προηγηθεί άλλη επιστολή που είχε δημοσιεύσει ο πατέρας του Χριστόδουλου Ξηρού, π. Τριαντάφυλλος, στο φύλλο της 12ης Δεκεμβρίου 1980 (σελ. 9). Τότε ακριβώς, η «Ελευθεροτυπία» είχε ξεκινήσει να δημοσιεύει επιστολές, οι οποίες στάλθηκαν στην εφημερίδα μετά την έρευνα που είχε διεξαγάγει για τον θεσμό των Κατηχητικών Σχολείων. Στην πραγματικότητα, η έρευνα αυτή είχε προπαγανδιστικό χαρακτήρα εναντίον των κατηχητικών σχολείων5.
Παρότι η εφημερίδα αυτή, η πρώτη που εκδόθηκε μετά την μεταπολίτευση (21 Ιουλίου 1975), δεν κυκλοφορεί πια από το 2014, κατάφερε να προσφέρει για την προνομιούχο θέση του πρωθυπουργικού λογογράφου τον αριστεροπασοκικό εγκέφαλό της και μετρ της προπαγάνδας, αυτού του φοβερού και τρομερού υπερόπλου των σημερινών ψευτοδημοκρατικών καθεστώτων, όπως είναι εκείνο της μητσοτακικής ΝΕΑΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ.
«ΕΝΑ»
Από το πρόσφατο άρθρο της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ» ο αναγνώστης πληροφορείται ότι ο Γιάννης Βλαστάρης είχε συνεργαστεί με τον Παύλο Μπακογιάννη στο περιοδικό «ΕΝΑ» και ότι έφερε το παρατσούκλι «ΝΤΟΡΑΚΗΣ», ενώ συνάδελφοί του τον θεωρούσαν «κρυφοδεξιό».
Να υπενθυμίσουμε ότι, σε αυτό το εβδομαδιαίο περιοδικό, στο υπ’ αριθμ. 17 τεύχος της 25ης Απριλίου 1990 (σελ. 28 επ.), είχε δημοσιευθεί το προφητικό και συνάμα αφυπνιστικό κείμενο του δημοσιογράφου Βαγγέλη Γρηγόρη με τον τίτλο «Ο Μεγάλος Αδελφός σε παρακολουθεί».
Σε εκείνο το κείμενο, ο αρθρογράφος, έχοντας συνειδητοποιήσει την εξελικτική πρόοδο της πληρoφορικής, επιχείρησε να σκιαγραφήσει την μελλοντική κοινωνία, την οποία «οραματίστηκε» δέσμια της επιστήμης και της τεχνολογικής προόδου, ενώ η ζωή των πολιτών θα ρυθμίζεται, θα ελέγχεται και θα παρακολουθείται από ένα εκτεταμένο δίκτυο ηλεκτρονικών υπολογιστών6.
«ΓΚΕΪ ΓΑΜΟΣ»
Επίσης από το ίδιο άρθρο μαθαίνουμε ότι το αλλόκοτο φλερτ Βλαστάρη-Μητσοτάκη χρονολογείται από το 2016 και ότι την «πρώτη νύχτα» του «λογογραφικού γάμου» τους, μετά τις εκλογές του 2019, ο Βλαστάρης απεκάλεσε τον Μητσοτάκη «σύντροφό του»!
Έκτοτε, ο παρά φύσιν ιδεολογικός «γκέι γάμος» Βλαστάρη-Μητσοτάκη κυλά ομαλά, χωρίς εντάσεις, ενώ ο Βλαστάρης φροντίζει να παραμένει αόρατος κυριολεκτικώς και μεταφορικώς, αφού αφ’ ενός τον ακούμε χωρίς να τον βλέπουμε, όταν δηλαδή ο Κυρ. Μητσοτάκης διαβάζει τις προπαγανδιστικές παρόλες που του έχει ετοιμάσει ο πρώην (;) Κνίτης, αφ’ ετέρου φροντίζει να παραμένει αθέατος, ακόμη κι όταν σβήνουν οι προβολείς των πρωθυπουργικών ομιλιών γραμμένων με το γνωστό στυλ Βλαστάρη: μικρές προτάσεις, απλά συντεταγμένες, σαν να απευθύνονται σε μαθητές Δημοτικού, με έντονη ροπή προς τον αποφθεγματική γραφή και τα λογοπαίγνια.
Μέχρι σήμερα, τα ΜΜΕ κρατούσαν τον μυστηριώδη λογογράφο επιμελώς και συστηματικώς στην αφάνεια. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι μόλις τώρα, μετά από μία ολόκληρη «χουντική επταετία», μια εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας και παραδοσιακά νεοδημοκρατική, όπως είναι η «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», επιλέγει να τραβήξει την κουρτίνα και να παρουσιάσει τον μέχρι πρότινος «αόρατο μαριονετίστα», έστω συνοπτικά, στο αναγνωστικό κοινό.
«ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΙΣΤΙΚΟ ΒΛΑΣΤΑΡΙ»
Το τέλος της αορασίας του Βλαστάρη δεν αποκλείεται να σχετίζεται με την διαφαινόμενη αποτυχία της μητσοτακικής ΝΕΑΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ στις επερχόμενες εκλογές, που λογικά πρέπει να βρίσκονται επί θύραις:7
Όταν ένα εστιατόριο πρόκειται να κλείσει, επειδή η διοίκησή του πτώχευσε, ο μάγειρας πρέπει να βρει δουλειά σε καινούργιο εστιατόριο. Τα γρανάζια της «μπλε», ορθότερα «γαλαζοπράσινης δικτατορίας» ίσως θέλουν να τον ανταμείψουν, διαφημίζοντας τις δεξιότητές του. Ποιος άλλος πλην του Βλαστάρη είναι τόσο βαθύς γνώστης της προπαγάνδας;
Όποιος θέλει να διεκδικήσει τον πρωθυπουργικό θώκο χρειάζεται σίγουρα έναν «προπαγανδιστικό γκουρού», ο οποίος θα παίζει στα δάχτυλα όλες τις τεχνικές που καταγράφονται ιδίως στο ευαγγέλιο της προπαγάνδας ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, δηλ. το «1984» του Τζωρτζ Όργουελ.
Τέτοιο «προπαγανδιστικό βλαστάρι» σαν τον Βλαστάρη μπορεί να μην έχει ξαναϋπάρξει. Συναγωνίζεται, ενδεχομένως, τον επίσης δημοσιογράφο Γεώργιο Γεωργαλά, ο οποίος είχε εκδώσει και αυτός βιβλίο για την προπαγάνδα και, μολονότι ήταν ομοίως κομμουνιστής, βρέθηκε ξαφνικά να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο!
«ΒΕΛΟΥΔΙΝΕΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΕΣ»
Η μεγάλη διαφορά είναι ότι οι σημερινές δικτατορίες που αξιοποιούν προπαγανδιστές λογογράφους δεν είναι γνήσιες αλλά υβριδικές-πονηρές, καθότι βελούδινες. Διότι οι δικτάτορες δεν φορούν στρατιωτικές στολές αλλά κοστούμια. Δεν φορούν άρβυλα αλλά καλογυαλισμένα, πανάκριβα παπούτσια. Δεν φέρουν παράσημα στο πέτο αλλά μάσκα στο μέτωπο που γράφει τον δολωματικό κωδικό ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (όπου «δημοκρατία» διάβαζε ανάποδα: «δικτατορία»!)8.
Εν τέλει, οι ηγέτες των κίβδηλων δημοκρατιών δεν ανατρέπουν με την βία μια νομίμως εκλεγμένη κυβέρνηση, αλλά είναι ήδη μέλη μιας (τυπικά) νομίμως εκλεγμένης κυβέρνησης που ροκανίζει τους δημοκρατικούς θεσμούς εκ των ένδον, χωρίς να ανοίξει ρουθούνι.
DAVID RUNCIMAN
Το φαινόμενο αυτό έχει ως συνέπεια οι δημοκρατίες να «διαβρώνονται αντί να κλονίζονται» και η «σπίθα που θα προκαλέσει αποτελεσματική αντίδραση» να μην ανάβει ποτέ. Αυτή είναι η οξυδερκής διαπίστωση που έχει γίνει από τον Ντέιβιντ Ράνσιμαν (David Runciman), καθηγητή Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και πρώην διευθυντή του Τμήματος Πολιτικής και Διεθνών Σπουδών του ίδιου πανεπιστημίου, ο οποίος μιλά, παράλληλα, για «δημοκρατία του ακροατηρίου», για «δημοκρατία των θεατών» ή, σε πιο αιχμηρή διατύπωση, για «δημοκρατία των ζόμπι» (Runciman, Έτσι τελειώνει η δημοκρατία;, μτφ.: Π. Γεωργίου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2019, σελ. 65, 68).
COLIN CROUCH
Σύμφωνα με τον Κόλιν Κράουτς (Colin Crouch), καθηγητή Κοινωνιολογίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, μια τέτοια δημοκρατία-βιτρίνα πρέπει να ονομάζεται «μεταδημοκρατία». Στο ομώνυμο βιβλίο του που εξεδόθη το 2004 (μτφ.: Αλ. Κιουπκιολής, εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2006, σελ. 58), περιγράφει τα συμπτώματα του μεταδημοκρατικού καθεστώτος. Σε αυτά συγκαταλέγονται τα εξής:
«Μολονότι διεξάγονται εκλογές και οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάξουν, ο προεκλογικός αγώνας είναι ένα πλήρως ελεγχόμενο θέαμα που ενορχηστρώνεται από ανταγωνιστικές ομάδες επαγγελματιών ειδικευμένων στις τεχνικές της πειθούς, και επικεντρώνει στενά σε ένα μικρό φάσμα θεμάτων που επιλέγονται από τις συγκεκριμένες ομάδες. Η πλειοψηφία των πολιτών κρατά μια παθητική, ήσυχη, ή και απαθή στάση, κι απλώς αντιδρά στα ερεθίσματα που άλλοι προκαλούν. Πίσω από το θέματα του προεκλογικού παιχνιδιού, η πολιτική διαμορφώνεται ουσιαστικά στον ιδιωτικό χώρο, με διαπραγματεύσεις και συνδιαλλαγές ανάμεσα στις εκλεγμένες κυβερνήσεις και τα κυρίαρχα στρώματα που εκπροσωπούν σχεδόν αποκλειστικά τα συμφέροντα των επιχειρήσεων. […] Σε συνθήκες μεταδημοκρατίας, που εκχωρεί όλο και περισσότερες εξουσίες στα επιχειρηματικά συμφέροντα, περιορίζονται κατά πολύ οι προοπτικές ανάδυσης ενός ριζοσπαστικού προγράμματος πολιτικών ισότητας με στόχο την ανακατανομή της εξουσίας και του πλούτου ή τον έλεγχο των ισχυρών συμφερόντων».
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η παρατήρηση του Κράουτς (ό.π., σελ. 80) ότι οι «μεταδημοκρατίες» συνδέονται με μια «παραβολική επιστροφή σε χαρακτηριστικά στοιχεία της προδημοκρατικής περιόδου». Σημάδια μιας τέτοιας εξέλιξης παρατηρούνται σε πολλές χώρες:
«Το κράτος πρόνοιας μετατρέπεται σταδιακά από μια έκφραση των καθολικών δικαιωμάτων του πολίτη σε ένα κατάλοιπο του παρελθόντος, που εξυπηρετεί μόνο τους έχοντες ανάγκη· οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπαίνουν στο περιθώριο της κοινωνίας· ο ρόλος του κράτους ως αστυνόμου και δεσμοφύλακα ξανάρχεται στο προσκήνιο· το χάσμα του πλούτου ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς διαρκώς μεγαλώνει· η φορολογία συντείνει όλο και λιγότερο στην αναδιανομή του πλούτου· οι πολιτικοί ανταποκρίνονται κυρίως στα αιτήματα μιας χούφτας μεγαλοεπιχειρηματιών, τα συμφέροντα των οποίων μεταφράζονται σε κρατική πολιτική· οι φτωχοί χάνουν σταδιακά κάθε ενδιαφέρον για τα πολιτικά πράγματα, και δεν μπαίνουν πια ούτε στον κόπο να ψηφίσουν, ξαναπαίρνοντας οικειοθελώς τη θέση που αναγκαστικά είχαν στην προδημοκρατική περίοδο».
Να, λοιπόν, πώς εξηγούνται τα υψηλά ποσοστά αποχής από τις εκλογές!
Τέλος, στις μεταδημοκρατίες οι πολιτικοί προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τις μάζες αξιοποιώντας τις μεθόδους της διαφήμισης (άρα της προπαγάνδας), η οποία, όμως, «δεν αναπτύσσει επιχειρήματα στη βάση τεκμηρίων αλλά συνδέει το προϊόν με μια ιδιαίτερη εικονοποιία», «δεν επιδιώκει το διάλογο αλλά να μας πείσει να αγοράσουμε» (Κράουτς, ό.π., σελ. 84). Παράλληλα, «οι πολιτικοί έχουν αποκτήσει τη φήμη τελείως αναξιόπιστων προσώπων». Σε αυτό «συντελεί και η μεγαλύτερη έκθεση της ιδιωτικής τους ζωής στο βλέμμα των ΜΜΕ, την ώρα που οι καταγγελίες, οι διαμαρτυρίες, οι έρευνες και οι εξεταστικές επιτροπές παίρνουν τη θέση της εποικοσομητικής πολιτικής» (ό.π., σελ. 87).
Δυστυχώς, όλα τα παραπάνω συμπτώματα είναι απολύτως ορατά στον τρόπο που κυβερνά η μητσοτακική Νέα (μετα-)Δημοκρατία επί μία ολόκληρη επταετία, έχοντας στους κόλπους της πασοκικά στελέχη και αριστερών καταβολών πρωθυπουργικό λογογράφο. Κακώς, λοιπόν, αναρωτιούνται πολλοί γιατί δεν υπάρχει αντιπολίτευση, αφού είναι προφανές ότι η γαλαζοπρασινοκόκκινη ελίτ αποτελεί ένα de facto μονοκομματικό καθεστώς!
Tα χαρακτηριστικά της μοντέρνας κοινοβουλευτικής δικτατορίας προσπάθησα να τα συμπυκνώσω σε μια συνέντευξη που είχα δώσει το 2024 (βλ. το βίντεο που ακολουθεί).
ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΥΠΟΝΟΟΥΜΕΝΟ
Ο αρθρογράφος της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ» κλείνει το κείμενό του για τον Γιάννη Βλαστάρη με ένα περίεργο υπονοούμενο:
Πρόσφατα έγινε παππούς. Η εγγονούλα του τον βοηθά, χωρίς να το ξέρει, να βγει από το σκοτάδι στο οποίο βυθίστηκε μετά [από] μια φοβερή απώλεια που έγινε γνωστή ερήμην του.
Άραγε, το σχόλιο αυτό αφορά μια αναφερόμενη αυτοκτονία της συντρόφου του Γιάννη Βλαστάρη, η οποία σε κάποια ιστολόγια εγράφη ότι τερμάτισε την ζωή της πέφτοντας στο κενό από τον 7ο όροφο του αθηναϊκού ξενοδοχείου Golden Age9, χωρίς ωστόσο κατά τα λοιπά το γεγονός αυτό να λάβει ευρεία δημοσιότητα, ιδίως μέσω των τηλεοπτικών καναλιών και των εφημερίδων;
Γιαννοκυριάκος Βλασταρομητσοτάκης: Δύο σώματα σε μία προπαγανδιστική ψυχή
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης
Επ’ αυτού βλ. αναλυτικά:
Ο προγνωστικός προγραμματισμός για τα μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης «17Ν»
Ανακαλύπτει, αντιγράφει και σχολιάζει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης
Επ’ αυτού βλ.:
Η μακιαβελική δυναμική του προσωπικού αριθμού
Γράφει η Ευγενία Σαρηγιαννίδη, ψυχολόγος και συντονίστρια του Δικτύου «psy-counsellors»
Βλ. και:
Ρετρό 39.0: Δικτατορία υπό κοινοβουλευτικόν μανδύαν (1985-2024)
Επιμελείται και σχολιάζει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης

















