Η δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη ως «δολοφονία» του ελληνικού πολιτισμού
Κείμενο-ρετρό 82.0: 81 χρόνια από την κηδεία της μεγάλης Ελληνίδας τραγωδού
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης
Το κείμενο που αναρτάται σήμερα, είχε αρχικώς προγραμματισθεί για δημοσίευση στις 21 Δεκεμβρίου 2025, δηλ. την ημερομηνία δολοφονίας της μεγάλης τραγωδού μας Ελένης Παπαδάκη.
Η καθυστέρηση οφείλεται στην ανάγκη που προέκυψε να μελετηθούν βιβλιογραφικές πηγές οι οποίες εντοπίσθηκαν κατά την πορεία της έρευνας, ώστε να είναι πιο σφαιρική και τεκμηριωμένη η παρουσίαση του σχετικού αφιερώματος.
Έτσι, η τελική μορφή του κειμένου δημοσιεύεται κατά την ημερομηνία που τελέσθηκε η κηδεία της στον ιερό ναό του Αγίου Γεωργίου Καρύκη (ή Καρύτση), δηλ. την 28η Ιανουαρίου 1945.
Δυστυχώς, η ανάμνηση της ανθρωποθυσίας της Ελένης Παπαδάκη, η οποία δολοφονήθηκε άνανδρα σε ηλικία μόλις 36 ετών, συμπίπτει με την νωπή αιματοχυσία (που, δυστυχώς, μοιάζει επίσης με ανθρωποθυσία) πέντε εργαζόμενων γυναικών στο τρικαλινό εργοστάσιο της «ΒΙΟΛΑΝΤΑ» και επτά νεαρών ανδρών στην ρουμανική άσφαλτο.
Τα αλλεπάλληλα λουτρά αίματος που, με την είσοδο του 2026, άρχισαν να πλημμυρίζουν διάφορες χώρες (Ελβετία, Ισπανία, Ελλάδα) –κι ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί καν ο μήνας Ιανουάριος!– θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως μια «διαβολική συγκυρία», με την μεταφορική ή, ακόμη χειρότερα, με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Αν ισχύει το δεύτερο, τότε αποκτά, αντιστοίχως, φρικτή διάσταση και η λέξη «ανθρωποθυσία».
Μένει να διαπιστώσουμε αν τα λουτρά αίματος θα πολλαπλασιασθούν όσο θα περνούν οι μέρες και οι μήνες του 2026 ή αν θα σταματήσουν κάπου εδώ. Η αισιόδοξη εκδοχή δεν ευνοείται καθόλου από τα σημεία των καιρών, αφού ποτέ άλλοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν υπήρχε τέτοια συρροή βίας, απάτης, ναρκισσισμού, εμπαιγμού, αυταρχισμού, αλαζονείας, σατανολατρίας και, εν τέλει, αποστασίας από τον «λειτουργικό προορισμό» του ανθρώπου.
Επιπλέον, αν συνειδητοποιήσουμε ότι τα σημάδια βοούν ότι η υπερεθνική ελίτ που διαχειρίζεται τις τύχες της ανθρωπότητας, χρησιμοποιώντας τους πολιτικούς των κρατών-εθνών ως οσφυοκαμπτικές μαριονέτες, προετοιμάζεται πυρετωδώς για την εμφάνιση και στέψη του Παγκόσμιου Κυβερνήτη, δεν αποκλείεται όλα αυτά τα λουτρά αίματος να είναι η αναγκαία σπονδή για την κυοφορούμενη αντίχριστη τελετή.
Η βιωσιμότητα του ιστολογίου και, πολύ περισσότερο, η πρωτότυπη και εξονυχιστική έρευνα περιστατικών που σημάδεψαν την ιστορία της Ελλάδος και της ανθρωπότητας, εξαρτάται από την ελάχιστη οικονομική στήριξη των αναγνωστών, η οποία ανέρχεται σε 5 € μηνιαίως ή 50 € ετησίως.
Ευχαριστώ θερμά για την αλληλεγγύη σας!
Λεπτομέρειες σχετικά με την συνδρομή υπάρχουν στον ακόλουθο σύνδεσμο:
kvathiotis.substack.com/subscribe
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ι. Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
ΙΙ. Η ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ ΩΣ ΘΡΥΑΛΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΤΗΝΩΔΙΑΣ
ΙΙΙ. ΤΡΕΙΣ ΜΟΜΦΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΣΜΟΙΡΗΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ
ΙV. ΤΑ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΚΑ
V. ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΩΣ ΒΑΛΣΑΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΛΟΚΝΤΑΟΥΝ
VI. H ΕΚΠΑΡΑΘΥΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ KAI «TO ΔΙΛΗΜΜΑ ΕΝΟΣ ΓΙΑΤΡΟΥ»
VII. ΦΟΝΙΚΟΣ ΦΘΟΝΟΣ
VIII. ΔΥΟ ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΕ ΝΟΗΜΑ
IX. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ-ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Χ. ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ
Ι. Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Πριν από 81 χρόνια, καθώς πλησίαζαν τα πρώτα ελεύθερα Χριστούγεννα των Ελλήνων μετά από τέσσερα χρόνια γερμανικής Κατοχής, γράφτηκε μια από τις πιο μελανές σελίδες της ελληνικής ιστορίας και του ελληνικού θεάτρου:
Την πιο μεγάλη νύχτα του χειμώνα, η οποία προσφέρεται για ανθρωποθυσίες, δηλ. την 21η προς 22α Δεκεμβρίου 1944, μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΑΜ-ΕΛΑΣ εκτέλεσαν «μία από τις περισσότερο ταλαντούχες και χαρισματικές πρωταγωνίστριες του ελληνικού θεάτρου»1, την Ελένη Παπαδάκη (ηλικίας μόλις 36 ετών).
Για να πάρει ο αναγνώστης μια γεύση για το ποιόν της άνανδρα δολοφονημένης τραγωδού μας, αξίζει να διαβάσει τι έγραφε για εκείνη ο ηθοποιός και θεατρικός επιχειρηματίας (σύζυγος της ηθοποιού Βάσως Μανωλίδου) Θεόδωρος Κρίτας (1914-2002), ο οποίος την είχε γνωρίσει από κοντά:2
«Στο σημερινό κοινό θα πρέπει να πω ποια ήταν ακριβώς αυτή η θελκτική γυναικεία ύπαρξη με την καθαρή άρθρωση και τη σπάνια εκφραστικότητα. Είχε τεράστια μόρφωση. Η κουβέντα της ήταν πάντοτε υψηλής ποιότητας. Ήταν μεγάλη ηθοποιός. Συγκέντρωνε αυτό που σπάνια συναντάμε στους καταξιωμένους καλλιτέχνες: αίσθημα και γνώση. Η άρθρωσή της ήταν μοναδική. Κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα της ήταν σαν ριπή πολυβόλου. Υπήρξε αναμφισβήτητα μια από τις ευγενέστερες κυρίες του θεάτρου. Δεν πείραξε κανέναν, δεν κακολόγησε ποτέ κανέναν. Ακόμα κι όταν απευθυνόταν στον μπαρμπα-Μάρκο, το θυρωρό της πόρτας των παρασκηνίων του θεάτρου, του έλεγε: “Κύριε μπαρμπα-Μάρκο”».
Ο Γιώργος Παπαδάκης γράφει για την αδελφή του Ελένη:3
«έμαθε τέσσαρες ξένες γλώσσες, γιατί αυτές, μαζί με τα αρχαία Ελληνικά, που είχε μελετήσει σε βάθος, της επέτρεψαν να αναζητεί το πνεύμα του θεατρικού συγγραφέα, όπως το βρίσκει κανείς μόνο όταν διαβάζει ένα έργο στη γλώσσα που γράφτηκε. Εσπούδασε μουσική (δίπλωμα πιάνου και τραγουδιού), γιατί ένα στοιχείο ανώτερης μόρφωσης, απαραίτητης για καλλιτεχνικές δημιουργίες, είναι η βαθειά μουσική γνώση που επί πλέον της προσέφερε ουσιαστική βοήθεια σε περιπτώσεις που το απαιτούσε κάποιος ρόλος. Η θάλασσα ήταν το πάθος της. Από μικρό παιδί, άφοβη και τολμηρή, χανόταν κολυμπώντας μακριά – πολύ μακριά στ’ ανοιχτά. Ήταν ρομαντική. Καταδεκτική και γλυκομίλητη προς όλους. Όταν έμπαινε στο θέατρο, καλημέριζε τον θυρωρό, τον καφετζή, την αμπιγιέζ, τις ταξιθέτριες. Για τον καθένα είχε πάντα έναν καλό λόγο. Η έμφυτη ευγένειά της καθρεφτιζόταν στις σκηνικές δημιουργίες της. Κανένας χυδαίος λόγος δεν έβγαινε από το στόμα της. Σε ρόλους που επέτρεπαν πρόστυχη συμπεριφορά, όπως στον ρόλο της Κλυταιμνήστρας (στην “Ηλέκτρα”) ή της Ρεγάνης (Βασιλιάς Ληρ) δεν παρασυρόταν, αλλά έντυνε την κακία με αρχοντιά. Η καλοσύνη της ήταν υποδειγματική. Δεν πίστευε στο πού μπορούσε να φτάσει η ανθρώπινη κακία. Ήταν ανεξίκακη. […] Σε κέντρα και ταβέρνες σπάνια πήγαινε. Προτιμούσε τη μοναξιά κοντά στα βιβλία της. […] Η μελέτη της γινόταν απερίσπαστα στο σπίτι, όταν, απομονωμένη στο διαμέρισμά της, πλαστουργούσε τον ρόλο της. Ακόμα και μικρούς επεισοδιακούς ρόλους ετοίμαζε με την ίδια στοργή, επιμέλεια και ευσυνειδησία. Την απασχολούσαν πολύ ακόμα και οι μικρολεπτομέρειες ενός ρόλου, ένας τόνος φωνής, μια μικρή κίνηση, μια βουβή στιγμή, που όμως όλες μαζί στήνουν ανάγλυφο τον ρόλο».
Ο Παπαδάκης επιβεβαιώνει τον πόλεμο που μαινόταν εναντίον της αδελφής του και αποκαλύπτει ότι κάποια στιγμή έφθασε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας:4
«Έζησα τις βαθιές συγκινήσεις της, μετά από κάθε παράσταση αξιόλογου έργου, αλλά έζησα και τον βαθύτατο, τον αφάνταστο πόνο της από τον ύπουλο πόλεμο που της έγινε σε όλο το διάστημα της σταδιοδρομίας της στο Εθνικό Θέατρο από εκείνους που, βλέποντας την υπεροχή της, ζήτησαν τον τρόπο αυτό να την παραμερίσουν. Στα προπολεμικά χρόνια, αντιμετώπισε μια καλά μεθοδευμένη προσπάθεια που εκδηλώθηκε με τη μορφή συστηματικού παραγκωνισμού, έναν πόλεμο που την τραυμάτισε βαθειά, που της αφήρεσε κάθε χαρά για τη ζωή, αφού ζωή της ήταν της ήταν το θέατρο, και μόνον αυτό, μέχρι που κάποτε την έφερε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας».
Η δύσμοιρη Ελένη απήχθη από άνδρες της Λαϊκής Πολιτοφυλακής μέσα στο σπίτι του συναδέλφου της Δημήτρη Μυράτ και λίγες ώρες αργότερα δολοφονήθηκε στα διυλιστήρια της Ούλεν από τον υπάνθρωπο δήμιό της, τον μπακάλη από τους Ποδαράδες Βλάσση Μακαρώνα κατ' εντολήν ενός άλλου ανθρωπόμορφου κτήνους, του λεγόμενου καπετάν Ορέστη, τοπικού φρουράρχου Γαλατσίου και Ομορφοκκλησιάς5.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Ιστορίας André Gerolymatos:6
«Το πραγματικό όνομα αυτού του σαδιστή διοικητή ήταν Ανδρέας Μούντριχας. Πριν από την Κατοχή ήταν φοιτητής Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και τότε προσχώρησε στο ΚΚΕ. Ο Ορέστης προερχόταν από οικογένεια μεσαίας προς ανώτερης τάξης, πιθανότητα από την Κύμη της Εύβοιας, και ήταν τυπικό δείγμα μορφωμένου νεαρού που προσελκύστηκε από τα κομμουνιστικά ιδεώδη».
Με βάση την μαρτυρία του Μακαρώνα, όπως αναπαράγεται από τον Gerolymatos:7
«Έφτασε [η Παπαδάκη] με ένα αυτοκίνητο, στριμωγμενη ανάμεσα σε δύο μέλη της Λαϊκής Πολιτοφυλακής. Ήταν τυλιγμένη στο γούνινο παλτό της, γιατί έκανε διαβολεμένο κρύο. Ο Ορέστης εμφανίστηκε με ένα άλλο αυτοκίνητο και τη διέταξε να παραδώσει το παλτό της. Υπάκουσε πειθήνια, αλλά, όταν εκείνος απαίτησε όλα τα ρούχα της, η Παπαδάκη συνειδητοποίησε ότι το τέλος ήταν κοντά, κατέρρευσε και άρχισε να ουρλιάζει».
Σύμφωνα με όσα κατατέθηκαν στην δίκη των σφαγέων, ο αδίστακτος αυτουργός της στυγερής δολοφονίας την σκότωσε με πυροβολισμό στον αυχένα και ενώ προηγουμένως επεχείρησε να την αποκεφαλίσει με τσεκούρι, αλλά λύγισε στο άκουσμα της κραυγής της.
Ο βιογράφος της Ελένης Παπαδάκη Πολύβιος Μαρσάν περιγράφει το φρικαλέο τέλος της ως εξής:8
«Το τέλος της άτυχης Ελένης ήταν φοβερό. Ο Μακαρώνας την παρέλαβε μπροστά στον Ορέστη, ο οποίος είχε διατάξει την εκτέλεση με τσεκούρι, όπως γινόταν με τα άλλα πολυάριθμα θύματα. Τη διέταξαν να γδυθεί, ενώ εκείνη είχε αντιληφθεί ότι πλησιάζει το τέλος της και είχε τρομάξει πολύ. Έτρεμε από το κρύο και το φόβο και κλαίγοντας τους παρακαλούσε. Έβγαλε τη γούνα της, την οποία παρέλαβε ο Ορέστης και όταν τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπά της ρούχα, αναλύθηκε σε δυνατές κραυγές απελπισίας και σε γόους. Όρμησαν τότε σαν αφιονισμένοι πάνω της και μέσα σε έναν καταιγισμό από προπηλακισμούς την έσυραν κοντά σε ανοιγμένο λάκκο κι εκεί την έγδυσαν με τη βία. Ο Μακαρώνας ξαφνικά δείλιασε, τον πείραξαν και οι κραυγές της και τελικά καθίζοντάς την χάμω, τράβηξε το περίστροφό του και της φύτεψε μια-δυο σφαίρες στον αυχένα».
Το πτώμα της βρέθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1945 μέσα σε έναν λάκκο:
«σε μια κατηφόρα φυτεμένη με πεύκα […] Με μια κομπινεζόν ανασηκωμένη γύρω από τον θώρακα, με τις ζαρτιέρες ζωσμένες στη μέση, η Ελένη αναγνωρίστηκε αμέσως. […] Το σώμα έφερε πολλές κακώσεις και η ιατροδικαστική εξέταση έγινε από τον καθηγητή Γεωργιάδη και άλλους συναδέλφους του, όπως τον Καψάσκη, τον Ψιμάρα και τον Λουκόπουλο. Η βοηθός του Γεωργιάδη, Μαρία Παπαβασιλείου, θυμόταν: Έχω δει πολλά, ως εκ του επαγγέλματός μου, αλλά τέτοια φρικτή κατάσταση δεν έχω ξαναδεί»9.
Η νεκρώσιμος ακολουθία τελέσθηκε στον Άγιο Γεώργιο Καρύκη (ή Καρύτση) δύο ημέρες αργότερα. Το φέρετρό της το μετέφεραν οι συνάδελφοί της (ιδίως οι Νίκος Δενδραμής, Δημήτρης Χορν, Κώστας Μουσούρης, Βασίλης Λογοθετίδης, Ανδρέας Φιλιππίδης, Νίκος Γλυνός, Κατερίνα Ανδρεάδη, Μελίνα Μερκούρη, Μαρίκα Νέζερ, Άννα Καλουτά10), πεζοί μέχρι το Α΄ Νεκροταφείο, κρατώντας το εκ περιτροπής (βλ. και κατωτέρω, υπό X.).
Εντύπωση προκαλεί η απουσία του Δημήτρη και της ετεροθαλούς αδελφής του (κόρης της Κυβέλης) Μιράντας Μυράτ11 από την κηδεία της αδικοχαμένης τραγωδού μας12 (η δεύτερη, η οποία ήταν επίσης μέλος του ΕΑΜ, έτρεφε θανάσιμο μίσος για την Παπαδάκη13). Η Μπούμπα Παπαληγούρα-Κοριζή, η οποία έμενε στο απέναντι σπίτι από εκείνο του Δημήτρη Μυράτ, είχε πει τα εξής:14
«Ο Δημήτρης ήταν μέτριος ως ηθοποιός, πολύ καλλιεργημένος άνθρωπος, με άριστα γερμανικά, αριστερός από κοινωνικό κόμπλεξ. Και ασφαλώς επειδή ήταν μέτριος ηθοποιός, θα είχε ζήλια για την Ελένη, όχι φιλία, ζήλια! Η Μιράντα ήταν ακόμη χειρότερη ως ηθοποιός και δεν είχε σχέσεις με την Ελένη. Η Ελένη ήταν κάτι πάνω απ’ αυτούς, δεν είχε καμιά σύγκριση μαζί τους. Άλλης κλάσεως ηθοποιός και κοινωνικά και πνευματικά και καλλιτεχνικά άλλο πράγμα».

Οι δήμιοι της Παπαδάκη καθώς και άλλων συλληφθέντων πολιτών, οι λεγόμενοι σφαγείς των Διυλιστηρίων της Ούλεν, καταδικάσθηκαν εις θάνατον με τυφεκισμό στις 21 Φεβρουαρίου 1948 στον χώρο πίσω από τη “Σωτηρία” στο Γουδί15.
ΙΙ. Η ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ ΩΣ ΘΡΥΑΛΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΤΗΝΩΔΙΑΣ
Καθοριστικής σημασίας γεγονός που συνέβαλε αιτιωδώς στην απαγωγή και δολοφονία της Παπαδάκη ήταν η προ μηνός διαγραφή της από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (υπέρ της διαγραφής της είχαν ταχθεί ηχηρά ονόματα του θεάτρου, που, σε αντίθεση με εκείνην, απήλαυσαν υπερχειλή δόξα τα επόμενα χρόνια: π.χ. οι Τίτος Βανδής, Μάνος Κατράκης, Θοδωρής Μορίδης – Πρόεδρος του Σωματείου ήταν ο Σπύρος Πατρίκιος), επειδή δήθεν είχε προδώσει τον ιερό εθνικό ελληνικό αγώνα. Αντιθέτως, στο πλευρό της ηθοποιού είχαν σταθεί οι ηθοποιοί: Γιώργος Παππάς, Δημήτρης Χορν και Ανδρέας Φιλιππίδης16.
Στο βίντεο που ακολουθεί ο Τίτος Βανδής, ο οποίος, μάλιστα, είχε ευεργετηθεί από την Ελένη Παπαδάκη στα πρώτα του βήματα, παραμένει αμετανόητος!
Στην συνεδρίαση της 20ής Οκτωβρίου 1944 η πρόταση διαγραφής που υπεβλήθη και υπερψηφίσθηκε αφορούσε εκτός από την Παπαδάκη, και τον Μίχη Ιακωβίδη, γιο του μεγάλου ζωγράφου Γεώργιο Ιακωβίδη, καθώς και τον παγκοσμίου φήμης τενόρο της Λυρικής Σκηνής Οδυσσέα Λάππα.
Η πρόταση διαγραφής τους ήταν διατυπωμένη υπό προδήλως πρόχειρη, γενικόλογη και πρωτίστως ατεκμηρίωτη μορφή, που προσιδιάζει σε προπαγανδιστικό κείμενο:17
«Θλιβερό καθήκον μας αναγκάζει να μιλήσουμε για τη στάση ορισμένων, ευτυχώς ελαχίστων, ηθοποιών, του Μιχάλη Ιακωβίδη, της Ελένης Παπαδάκη και του Οδυσσέα Λάππα, που δεν πρέπει να είναι ούτε Έλληνες, αφού πρόδωσαν τον τίμιον αγώνα με πράξεις κακές και που το παράδειγμά τους θα είχε ανυπολόγιστες συνέπειες και συμφορές, αν δεν ήσαν ευτυχώς τόσο λίγοι. Προτείνω να διαγραφούν από το σωματείο μας και να στερηθούν κάθε δικαιώματος να εργάζονται στο ελληνικό θέατρο και παρακαλώ να γίνη για κάθε προτεινόμενο, αμέσως συζήτησις και να παρθή απόφασις».
Δεδομένου ότι η Ελένη Παπαδάκη είχε μεσολαβήσει για να γλυτώσουν από το εκτελεστικό απόσπασμα, την φυλακή ή την εξορία δεκάδες καλλιτέχνες, βρίσκει απόλυτη εφαρμογή στην περίπτωσή της η θυμοσοφική ρήση «ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος».
Η παραγνώριση της αξίας αυτής της παροιμίας από την πλευρά της Ελένης στοίχισε την ζωή της, διότι επέμενε να μην παίρνει προφυλάξεις, νομίζοντας ότι η σωτήρια δράση της την εποχή της γερμανικής Κατοχής υπέρ αναρίθμητων συμπατριωτών της εξασφάλιζε μια θέση στο απυρόβλητο18.
ΙΙΙ. ΤΡΕΙΣ ΜΟΜΦΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΥΣΜΟΙΡΗΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ
Οι μομφές που της είχαν προσάψει ήταν:
α) η διαθρυλούμενη προσωπική σχέση της με τον διώκτη του ΕΑΜ, κατοχικό-δοσίλογο πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη (υιό του μεταπολιτευτικού πρωθυπουργού Γεωργίου Ράλλη – πρόκειται για ένα ακόμη πολιτικό τζάκι που έπαιξε ρόλο στα ελληνικά πράγματα),
β) η εμφάνισή της σε ειδική ψυχαγωγική παράσταση («ποικίλη βραδιά της Βέρμαχτ») του Εθνικού Θεάτρου που είχε πραγματοποιηθεί στις 19 Μαΐου 1941 στο πλαίσιο της απαρχής μιας καλλιτεχνικού επιπέδου ελληνογερμανικής επικοινωνίας και
γ) η άρνησή της να εξισωθεί μισθολογικά με τους άλλους συναδέλφους της.
Σε ό,τι αφορά την πρώτη μομφή, αυτή διατυπώθηκε επισήμως και ονομαστικώς για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Ελληνικόν Αίμα» στις 28 Οκτωβρίου 1943 (πάντως, είχε προηγηθεί παρόμοιο δημοσίευμα στις 15 Οκτωβρίου του ιδίου έτους, χωρίς να γίνεται μνεία του ονόματός της Παπαδάκη)19.
Η επίκληση του πασίγνωστου έρωτα («όλοι οι Αθηναίοι τον γνωρίζουν») σε συνδυασμό με την υβριστική φρασιολογία του επίμαχου άρθρου εναντίον της Ελένης Παπαδάκη (η οποία διατηρούσε ερωτική σχέση με τον εβραϊκής καταγωγής βιολονίστα της Κρατικής Ορχήστρας Σαμ Μπράντενμπουργκ και από ετών είχε δεσμούς οικογενειακής φιλίας με τον Ιωάννη Ράλλη20, ενώ εκείνος είχε ήδη τελέσει τρίτο γάμο με μια κατά πολύ νεώτερη σύζυγό του, ρωσικής καταγωγής21), αποκαλύπτουν τον δυσφημιστικό σκοπό του συντάκτη, ο οποίος μόνο σπιλώνει χωρίς να τεκμηριώνει:22
«Τον γεροντικό έρωτα του ραμολιμέντου ψευτοπρωθυπουργού Γιάννη Ράλλη ή “μπέβα” ή “τράκα” ή… ή… –όπως τ’ ανέφερε το αστυνομικό δελτίο προκειμένου περί κοινού διαρρήκτου ή πορτοφολά– προς την μέχρι πρό τινος ομοφυλόφιλον ηθοποιόν Ελένη Παπαδάκη, τον γνωρίζουν όλοι οι Αθηναίοι».
Στο προγενέστερο λιβελλογράφημα της ίδιας εφημερίδας γινόταν λόγος και για μια «ζώνη από πλατίνα αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων», η οποία φέρεται να αναζητήθηκε επιμόνως κατά την σύλληψή της στα Δεκεμβριανά23. Η φυλλάδα αυτή συνέχισε τον πόλεμο κατά της Παπαδάκη και τον Φεβρουάριο, τον Μάρτιο και τον Ιούνιο του 1944.
Σε ό,τι αφορά την ρετσινιά της ομοφυλοφιλίας, την οποία είχαν κολλήσει παντελώς αστήρικτα και σε ένα ξακουστό όνομα της αριστεράς, τον Λεωνίδα Κύρκο24, πολύ σημαντική είναι η ακόλουθη μαρτυρία του Θεοδώτου Κρίτα, ο οποίος επισκεπτόταν συχνά την Ελένη Παπαδάκη στο σπίτι της επί της οδού Ιακωβίδου σε μια πάροδο στα Κάτω Πατήσια:
«Σε μια από εκείνες τις επισκέψεις γνώρισα την επιστήθια φίλη της Ελένης, τη δημοσιογράφο του Βήματος Αιμιλία Καραβία. Για τον χαρακτήρα της στενής σχέσης των δύο φιλενάδων πολλά κουτσομπολιά κυκλοφορούσαν τότε. Όμως ο κόσμος είναι κακός, έτοιμος να σταμπάρει με τη σφραγίδα του υπονοούμενου πρόσωπα που έχουν έντονη προσωπικότητα και δημόσια προβολή. Γιατί, απ’ ό,τι εγώ παρατήρησα, η Ελένη είχε εκείνο τον καιρό δεσμό μ’ ένα παλικάρι ίσαμε εκεί πάνω. Πρώτη βιόλα της ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών. Αλλά είπαμε…»25.
Σε ό,τι αφορά την δεύτερη μομφή, δηλ. την συμμετοχή της Παπαδάκη στην επίμαχη εκδήλωση, πέρα από το γεγονός ότι αυτή ήταν υποχρεωτική, βασικός οργανωτής της ήταν ο γερμανοτραφής σκηνοθέτης Τάκης Μουζενίδης, ο οποίος αργότερα εντάχθηκε στο ΕΑΜ και υπηρέτησε ως φανατικός αριστερός στα στρατόπεδα του ΕΛΑΣ υπό την ιδιότητα του νοσοκόμου26.
Μετά δε από εκείνη την εκδήλωση, η Παπαδάκη έπαιξε την «Αντιγόνη», που ανέβηκε στο Ηρώδειο την 19η Ιουνίου 1940. Εκτός, όμως, από εκείνην, στην διανομή συμμετείχαν και οι Αιμίλιος Βεάκης, Γιώργος Γληνός, Βάσω Μανωλίδου, Μάνος Κατράκης κ.λπ. Σημειωτεόν ότι η παράσταση ηχογραφείτο από δισκογραφικό συνεργείο της Γερμανίας που είχε έρθει στην Ελλάδα για τον σκοπό αυτόν και μεταδιδόταν ζωντανά με περιγραφή Γερμανού εκφωνητή27.
Σε ό,τι αφορά την τρίτη μομφή, ο Μαρσάν28 γράφει τα εξής διαφωτιστικά:
«Το Διοικητικό Συμβούλιο στο μεταξύ είχε αποφασίσει να κατατάξει τους ηθοποιούς του Εθνικού Θεάτρου σε τρεις κατηγορίες (Α, Β και Γ) με ενιαίο για κάθε κατηγορία μισθό. Προσκάλεσε λοιπόν την Παπαδάκη και την παρακάλεσε να κάμει την θυσία να εξισωθεί με άλους συναδέλφους, που απειλούσαν να εγκαταλείψουν το Εθνικό Θέατρο. Η απόφαση αυτή του Γιοκαρίνη τη βρήκε απολύτως αντίθετη, και στο Διοικητικό Συμβούλιο υποστήριξε ζωηρά τις απόψεις της, ότι δεν ήταν θέμα χρηματικό η μικρή αύξηση που ζητούσε έναντι των συναδέλφων της, αλλά θέμα ηθικής τάξεως. Αν δεχόταν τους νέους όρους, θα υπέγραφε τη θεατρική της καταδίκη έπειτα από δεκαετή γόνιμη σταδιοδρομία στο Εθνικό, αναγνωρίζοντας την πρόοδο άλλων και τη στασιμότητα της ιδίας».
ΙV. ΤΑ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΑ ΚΑΚΑ
Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Ελένη Παπαδάκη είχε να αντιμετωπίσει πλήθος αντιζήλων ήδη από την στιγμή που έθεσε υποψηφιότητά για την πρόσληψή της στο Εθνικό Θέατρο. Παρά τον σφοδρό πόλεμο που υπέστη, η πρόσληψή της πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 1932 (με σύμβαση ορισμένου χρόνου), χωρίς, ωστόσο, να καταλαγιάσει ποτέ το εχθρικό κλίμα που καλλιεργείτο από πολλούς συναδέλφους της, οι οποίοι, λόγω της παρουσίας της Κατίνας Παξινού, την θεωρούσαν «περιττή μεταγραφή» (ένθερμος υποστηρικτής της, που συνέβαλε καθοριστικά στην επικράτησή της, ήταν ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ενώ είχε εξαιρετικές σχέσεις με τους Ι. Γρυπάρη, Αχ. Κύρου, Π. Νιρβάνα κ.λπ.).
Το δεύτερο μεγάλο κακό ήταν ότι, από το 1940 και μετά, κάθε της εμφάνιση σε θεατρική παράσταση και, πρωτίστως, σε αρχαία τραγωδία, άφηνε έκθαμβους τους Γερμανούς κατακτητές που έδιναν το παρών.
Πρώτο ηχηρό όνομα που μαγεύθηκε από την ερμηνεία της στην πρεμιέρα της «Ιφιγένειας εν Ταύροις» στις 15 Οκτωβρίου 1941 ήταν ο Γερμανός διπλωμάτης Καρλ Κλόντιους (Carl August Clodius), ο καλούμενος και «οικονομικός δικτάτορας», ένας «εκ των ιδρυτών της πρώιμης Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας»29. Ακολούθησε ο δοκιμογράφος και κριτικός Έγκον Βιέτα (Egon Vietta, πραγματικό όνομα: Karl Egon Fritz), προερχόμενος από το υπουργείο προπαγάνδας του Γκαίμπελς30.
Πάντως, από την Ελένη Παπαδάκη είχε μαγευθεί και ο Μενέλαος Λουντέμης, μέλος κι αυτός του ΕΑΜ, ο οποίος κάνει την σχετική εξομολόγηση στον «Εξάγγελο», το βιβλίο του για τον Άγγελο Σικελιανό.
V. ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΩΣ ΒΑΛΣΑΜΟ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΛΟΚΝΤΑΟΥΝ
Σημειωτέον ότι:31
«Τα Χριστούγεννα του 1941, τα πρώτα υπό Κατοχή, υπήρξαν τα δραματικότερα που γνώρισαν οι Αθηναίοι στα χρόνια εκείνα. Όχι μόνο λόγω του ανεπανάληπτου κρύου που είχε ενσκήψει, αλλά πρωτίστως της μεγάλης πείνας που τους βασάνιζε έως θανάτου – κυριολεκτικά. Στο πλαίσιο αυτό, οργανώθηκε από τον τότε δήμαρχο Άγγελο Γεωργάτο μια μεγάλη καλλιτεχνική γιορτή για να ενισχυθούν τα παιδικά συσσίτια. Πραγματοποιήθηκε την επομένη των Χριστουγέννων στο “Παλλάς” της οδού Βουκουρεστίου με πολλούς καλλιτέχνες που έλαβαν μέρος αφιλοκερδώς, ανάμεσά τους και η Ελένη Παπαδάκη».
Είναι σημαντικό να κατανοηθεί από τον σημερινό αναγνώστη ότι το θέατρο επιτελούσε μια πολύ σημαντική λειτουργία για τους Αθηναίους πολίτες της Κατοχής, οι οποίοι βίωναν πρωτοφανείς περιορισμούς ατομικών ελευθεριών παρεμφερείς με εκείνες που επιβλήθηκαν με ξενικό γλωσσικό περιτύλιγμα (lockdown) στους λαούς της τρίτης δεκαετίας του 21ου (απατ)αιώνα από τις ψευτοδημοκρατικές κυβερνήσεις τους, ομοιάζουσες εν τέλει με ναζιστικούς κλώνους:
«Αποτελούσε για τους δεινοπαθούντες Αθηναίους μια διέξοδο, μια ευχάριστη διασκέδαση για να ξεφεύγουν από τα τόσο πιεστικά προβλήματα της καθημερινότητας. Υπήρχαν περιορισμοί ηλεκτρικής κατανάλωσης και ωρών κυκλοφορίας, ενώ οι κινηματογράφοι δεν έφερναν πολλά έργα, κάποια στιγμή δε απαγορεύτηκε η εισαγωγή των αμερικανικών ταινιών, όπως προηγουμένως είχε συμβεί με τις αγγλικές. Απόρροια [τούτου] ήταν πολλές κινηματογραικές αίθουσες να μετατραπούν σε θεατρικές, καθώς το θέατρο έγινε γρήγορα της μόδας»32.
VI. H ΕΚΠΑΡΑΘΥΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ KAI «TO ΔΙΛΗΜΜΑ ΕΝΟΣ ΓΙΑΤΡΟΥ»
Το καλοκαίρι του 1942 τόσο ο Μουζενίδης όσο και ο σκοτεινός διευθυντής του Εθνικού, δημοσιογράφος Νίκος Γιοκαρίνης (στις 13.5.1943 τον διαδέχθηκε ο Άγγελος Τερζάκης) εξύφαναν σχέδιο εκπαραθύρωσης της Ελένης Παπαδάκη από το Εθνικό Θέατρο και προώθησης της Έλσας Βεργή!33 Τελικώς, την απέλυσαν και, παρά τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν από την πλευρά του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Τσολάκογλου και υπουργού Παιδείας Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο, η Ελένη Παπαδάκη αρνήθηκε να επανέλθει αφ’ ενός προσβεβλημένη από την αήθη επίθεση που είχε εξαπολύσει εναντίον της ο Μουζενίδης, αφ’ ετέρου «αηδιασμένη από τις ίντριγκες και τα παρασκήνια»34.
Έτσι, στις 28 Αυγούστου 1942 υπέγραψε συμβόλαιο με τον Κωστή Μπαστιά (κατά κόσμον: Αιμίλιος Κωνσταντίνος Μπαστουνόπουλος), ο οποίος τότε ξεκινούσε ένα νέο θέατρο.
Η πρεμιέρα βρήκε την Παπαδάκη να πρωταγωνιστεί με μεγάλη επιτυχία στο έργο του Τζορτζ Μπέρναρντ Σω «Το δίλημμα ενός γιατρού» (The Doctor’s Dilemma, 1906) δίπλα στους Γιώργο Παππά και Θάνο Κωτσόπουλο.
Το έργο αυτό είναι άκρως επίκαιρο για την νέα εποχή της υγειονομικής δικτατορίας και του εμβολιαστικού αφηνιασμού που ξεκίνησε μετά την έλευση του κορωνοϊού35.
Κεντρική θέση του Ιρλανδού δραματουργού είναι ότι δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε έναν επαγγελματία γιατρό που έχει άμεσο οικονομικό όφελος από τη θεραπεία των ασθενών του36. Εξαιρετικά διδακτική για την φονική επιλογή των ειδικών, των πολιτικών και των επιδραστικών προσωπικοτήτων να προπαγανδίσουν στα τυφλά το πειραματικό εμβόλιο του κορωνοϊού είναι η ακόλουθη φράση που λέγει ο ήρωας του έργου Colenso Ridgeon:37
Η έγχυση εμβολίου σε ασθενή χωρίς προηγούμενη εξέταση της οψωνίνης [ενν: της πρωτεΐνης που συμμετέχει στην κυτταρική κυρίως ανοσία – η επικάλυψη των μικροβίων με οψωνίνες ενισχύει περίπου στο δεκαπλάσιο τη φαγοκυτταρωση] πρακτικά ισοδυναμεί με φόνο που διαπράττει ένας καταρτισμένος γιατρός. Αν ήθελα να σκοτώσω κάποιον, αυτόν τον τρόπο θα επέλεγα [To inject a vaccine into a patient without first testing his opsonin is as near murder as a respectable practitioner can get. If I wanted to kill a man I should kill him that way].
VII. ΦΟΝΙΚΟΣ ΦΘΟΝΟΣ
Η Ελένη Παπαδάκη σαγήνευε τους πάντες όχι μόνο όταν έπαιζε στο θέατρο αλλά και όταν προέβαινε σε απαγγελίες. Είναι αντιπροσωπευτικό το σχόλιο της Αλεξάνδρας Λαλούνη σε κριτική που έγραψε μετά την απαγγελία της «Στέλλας Βιολάντη» με μουσική υπόκρουση Μανώλη Καλομοίρη στο «Παλλάς» της Βουκουρεστίου για να τιμήσει τον Κωστή Παλαμά έναν χρόνο μετά τον θάνατό του (27.2.1944):38
«… Και τέλος η συκλονιστική, η μουσική απαγγελία της Ελένης Παπαδάκη, η φωνή αυτή, που δεν έχει όμοιό της στο νεώτερο ελληνικό θέατρο, η μεγάλη της τέχνη που φωτίζεται από μια ανώτερη πνευματική καλλιέργεια και κλείνει πάντα τον παλμό μιας μεγάλης ψυχής».
Η τελευταία της θεατρική παράσταση ήταν ένας μεγάλος θρίαμβος που ξεχείλισε το ποτήρι του φονικού φθόνου39. Η παράσταση αυτή δόθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1943, όταν, υπό την νέα διεύθυνση του Άγγελου Τερζάκη, ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο η «Εκάβη» σε σκηνοθεσία Σωκράτη Καραντινού.
Κάποια χρόνια αργότερα, ο τελευταίος είπε τα εξής λόγια για την μονάκριβη Ελένη Παπαδάκη:40
«Ένας μεγάλος ηθοποιός γεννιέται κάθε εκατό χρόνια. Η Ελένη Παπαδάκη γεννήθηκε Μεγάλη, έζησε Μεγάλη και πέθανε Μεγάλη. Το ανάστημά της θα λείψει χρόνια πολλά από το ελληνικό θέατρο. Σκέψη, κρίση, χάρη, έκφραση… Όλο το είναι της επάλλετο. Όλο το είναι της εκφραζότανε. Το φόρεμά της ήταν νευρωμένο, η ουρά του φορέματός της είχε ψυχή, παλμό. Το μανίκι της, η πτύχωση, το αναδίπλωμα, το ιμάτιο. Ο παλμός της Ελένης Παπαδάκη απλωνότανε στη σκηνή και γέμιζε το θέατρο […]. Γιατί η Ελένη Παπαδάκη ήξερε να προσαρμόζεται στο χώρο με μια καταπληκτική αναλογία και ακρίβεια. Οι παύσεις της –δεν θα ξεχάσω ποτέ τις παύσεις της Ελένης Παπαδάκη– ήτανε ένα βαθύ πνευματικό οργανικό στοιχείο στην έκφρασή της στη σύνθεση του λόγου».
Ωστόσο, η συγγραφέας και ηθοποιός Ασπασία Παπαθανασίου (πέθανε σε ηλικία 102 ετών στις 8/6/2020), μέλος και αυτή του ΕΑΜ, είχε άλλη άποψη, την οποία κατέγραψε στο βιβλίο της «Σελίδες μνήμης»:41
«Πριν ακόμα εγκαταλείψω το θέατρο, είχα άλλη μια “εμπειρία καλλιτεχνική” της εποχής. Στο Εθνικό Θέατρο θα ανέβαζαν την Εκάβη του Ευριπίδη. Διευθυντής του θεάτρου, με σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αντίστασης, ο Άγγελος Τερζάκης. Αρκετά “παιδιά” τότε της Αντίστασης μπήκαμε στο Εθνικό. Ο Γιώργος Γληνός φώναζε ότι έπρεπε να μου δώσουν να παίξω την Πολυξένη, αλλά πώς ήταν δυνατό να γίνει αυτό;
Σκηνοθέτης της παράστασης ο “δάσκαλος” και συγγραφέας του βιβλίου Ορθός λόγος (εννοείται η ορθοφωνία, φυσικά), ο ψευδός Σωκράτης Καραντινός.
Εξαιτίας κάποιας φημολογούμενης σχέσης με τους Γερμανούς ορισμένων από εκείνους που μετείχαν στην παράσταση, το κίνημα αποφασίζει εμείς, που αποτελούσαμε το χορό, να βρούμε τρόπο να δημιουργήσουμε κάποια προβλήματα κατά τη διάρκειά της.
Τώρα που τα θυμάμαι όλα αυτά, δεν μπορώ ν’ αποφύγω τον πειρασμό να σταθώ για λίγο σ’ αυτή την παράσταση.
Περίoδος προβών: μια ατμόσφαιρα ιλαρότητας. Δεν καταλαβαίναμε τι ήθελε ο Καραντινός από μας, σαν “δάσκαλος” του ορθού λόγου, αφού ποτέ δε μας ανέλυσε τι θα ‘πρεπε να εκφράζουμε. Θυμάμαι εκείνο που συνεχώς επανελάμβανε: “Εδώ, παιδιά μου, το θέλω στακάτο”, ή: “Εδώ, το θέλω στογγυλό” κ.λπ.
Προσπαθούσαμε τα φουκαριάρικα, πεινασμένα, ταλαίπωρα, να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες του… Μια στακάτα, μια στρογγυλά τα ίδια μέρη των χορικών, στήθηκε μια παράσταση, όπου εμείς, ο χορός, κάναμε ό,τι θέλαμε…
Επειδή μάλιστα παραπονούμαστε ότι ήμαστε εξαντλημένοι και δεν μπορούσαμε να εργαστούμε, το καλό ανθρωπάκι μάς έφερνε ξερά σύκα και μας έλεγε ότι είναι δυναμωτικά. Άλλο που δεν θέλαμε κι εμείς… Τρώγαμε τα σύκα, ξεκούραση, δουλειά με ελαφρούς ρυθμούς… Όλα καλά!
Αποφασίσαμε σε κάθε παράσταση να πέφτει από μία πάνω στη σκηνή. Έτρεχαν οι υπόλοιπες να τη βοηθήσουν, η παράσταση όμως συνεχιζόταν. Η Παπαδάκη στολισμένη, αξιοπρεπής, άψογα ντυμένη, χτενισμένη με περισσή κοκεταρία (θυμάμαι ακόμα το χτένισμά της, που μου είχε γίνει εφιάλτης). Πρόθεση, να δοθεί μάλλον το βασιλικό μεγαλείο παρά ο σπαραγμός ενός λαού. Και, βέβαια, Βεργή-Παπαδάκη, καλλιτεχνικές αντίζηλες. Καμιά επαφή μάνας και κόρης. Σαν δύο ξένες, που προσπαθούσαν να μη χαλάσουν την κοσμική τους εμφάνιση. ταυτόχρονα μπόλικες αρχαιοπρεπείς τάσεις, σε μια… αλησμόνητη παράσταση. […]
Πριν κλείσω αυτό το κεφάλαιο, θα ‘θελα να παρατηρήσω για άλλη μια φορά πώς αυτός ο τόπος φτιάχνει τους “μύθους”. Γιατί ο Σωκράτης Καραντινός ήταν καλός σκηνοθέτης; Τον αναφέρουν σαν έναν από τους μεγάλους του παρελθόντος, γιατί δεν μιλάνε με ειλικρίνεια. Από τότε ήδη οι διάφοροι κύκλοι έκλειναν τα μάτια στην αλήθεια… Παραδίδουν στις νέες γενιές ψεύτικα είδωλα. Ας είναι… Το παρελθόν δεν είναι σε θέση να μιλήσει, για ν’ αποκαλύψει το πραγματικό παρελθόν».
Ας επανέλθουμε, όμως, σε μια ακόμη διθυραμβική κριτική που η Ελένη Παπαδάκη εισέπραξε για τον ρόλο της στην Εκάβη:
Σύμφωνα με την μαρτυρία του Μιχ. Παπαδάκη:42
«ο Σικελιανός, στο τέλος της παραστάσεως τη φίλησε στο μέτωπο και στα χέρια λέγοντας: «Τώρα δεν έχει πια άλλη κορυφή ν’ ανεβείς πιο ψηλά» και η Ελένη απάντησε: “Η Εκάβη μου έδειξε τι μπορώ να δώσω ακόμη”, εννοώντας τη “Μήδεια”, που από καιρό την είχε τελείως ετοιμάσει. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να την παρουσιάσει».
VIII. ΔΥΟ ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΕ ΝΟΗΜΑ
Στο βιβλίο του Πολυβίου Μαρσάν εμπεριέχονται δύο φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζονται δύο κορυφαίες μορφές της Ορθόδοξης Πίστης μας: η Αγία Ελένη και η Υπεραγία Θεοτόκος.
Σε ό,τι αφορά την εικόνα της Αγίας Ελένης, είναι ζωγραφισμένη από τον Φώτη Κόντογλου χωρίς τον Μ. Κωνσταντίνο δίπλα της, κατά παράβαση της βυζαντινής αγιογραφικής παράδοσης αλλά με απόλυτο σεβασμό προς την μορφή της μεγάλης Αγίας. Εκτός, λοιπόν, από την βλάσφημη Τέχνη, υπάρχει και η Τέχνη που αξιοποιείται για να τιμηθεί μια μεγάλη τραγωδός, όπως η Ελένη Παπαδάκη!
Σε ό,τι αφορά την εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, είναι έργο του Σπύρου Βασιλείου με ιδιόχειρη αφιέρωση στην καλλιτέχνιδα. Το τοποθέτησε η οικογένεια της Ελένης Παπαδάκη στο τέμπλο του Αγίου Ελευθερίου στα Πατήσια, ενορίας της ηθοποιού. Δυστυχώς, η εικόνα εκλάπη τον χειμώνα του 1945 και έκτοτε δεν βρέθηκε ποτέ!
IX. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ-ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Η δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να συνειδητοποιηθεί ότι η Ελλάδα μοιάζει να είναι παγιδευμένη σε μια διαχρονική κακοδαιμονία, ειδικότερα: έναν ατέρμονο εθνοκτόνο διχασμό, που την εμποδίζει να σηκώσει κεφάλι.
Όπως μετά την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού δεν μπορέσαμε να γευτούμε την ελευθερία μας, πέφτοντας στα νύχια των Βαυαρών, έτσι και μετά την αποχώρηση των Γερμανών κατακτητών, πανηγυρίσαμε την ψευτο-ελευθερία μας με το λουτρό αίματος των Δεκεμβριανών και την εμπλοκή των Βρετανών.
Πόσο αλλόκοτο φαινόμενο να στέλνει η Βρετανία περισσότερους στρατιώτες στην Ελλάδα για την καταπολέμηση του ΕΑΜ απ’ ό,τι για την θωράκιση της άμυνας της απέναντι στους Γερμανούς! Ίσως έπρεπε η Ελλάδα να μετατατραπεί για μία ακόμη φορά σε παράδειγμα προς αποφυγήν για τους υπόλοιπους λαούς που θα τολμούσαν να αμφισβητήσουν το status quo, ενδίδοντας στον μεγάλο εχθρό της εποχής εκείνης, τον κομμουνισμό43.
Αλλά ακόμη πιο αλλόκοτο είναι το εξής, σημερινό φαινόμενο: Να έχει φορέσει ο κομμουνισμός την μάσκα του φιλελευθερισμού και του καπιταλισμού και να κοντεύει αυτός ο πάλαι ποτέ «απόλυτος εχθρός» της ανθρωπότητας, στον βωμό του οποίου θυσιάσθηκαν αμέτρητες αθώες και, σε κάθε περίπτωση, πλανεμένες ψυχές, να επιβάλει την παγκόσμια δικτατορία του, χρησιμοποιώντας όλα εκείνα τα μέσα του ολοκληρωτισμού, ιδίως την αριθμοποίηση των μαζανθρώπων, την συνεχή επιτήρηση, την ανταμοιβή και την τιμωρία τους, τα οποία οι φρουροί της ψευτοδημοκρατίας αποτάσσονταν μέχρι πρότινος μετά βδελυγμίας.
Στους κόλπους του αλλόκοτου πρέπει, φυσικά, να συμπεριληφθεί και η όψιμη συμπόρευση των κομμουνιστών με τα αφηγήματα των καπιταλιστών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η τυφλή πίστη στα προϊόντα της τεχνολογίας και, ειδικότερα, στα εν δυνάμει φονικά ψευτοεμβόλια κατά του κορωνοϊού, η άνευ ετέρου αποδοχή της λαθρομετανάστευσης, που εν τω μεταξύ μεταβαπτίσθηκε, μέσα στην οργουελική κολυμβήθρα της πολιτικής ψευτο-ορθότητας, «παράτυπη μετανάστευση», η υιοθέτηση της εκδοχής περί ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής κ.λπ.
Τέλος, είναι προφανές ότι διατηρείται μέχρι τις μέρες μας άσβεστο το μίσος που νιώθουν οι επίγονοι των ΕΑΜιτών όχι μόνο για την Ελένη Παπαδάκη αλλά και για οποιονδήποτε τολμά να την υπερασπισθεί. Τούτο επιβεβαιώθηκε από την έριδα που προέκυψε μετά την μετονομασία της αίθουσα ισογείου του REX σε αίθουσα «Ελένη Παπαδάκη» και ιδίως από την κατάπτυστη ανακοίνωση του ΣΕΗ, ο οποίος ζήτησε την ανάκληση της ληφθείσας απόφασης για την επίμαχη μετονομασία, παραπονούμενο για πολιτική αντιστροφή της πραγματικότητας. Ειδικότερα:44
«Ερωτηματικά προκαλεί η απόφαση του Εθνικού Θεάτρου να ονομάσει μια από τις σκηνές του, που βρίσκεται στο κτήριό του στην οδό Πανεπιστημίου, σε σκηνή Ελένη Παπαδάκη.
Γιατί το Εθνικό Θέατρο επιλέγει, ανάμεσα στους δεκάδες μεγάλους ηθοποιούς στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου, την Ελένη Παπαδάκη, που, παρότι ταλαντούχα καλλιτέχνιδα, αποτελεί ώς τις μέρες μας μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα; Προφανώς τα κριτήρια δεν είναι καλλιτεχνικά, αλλά πολιτικά. Μέσα από τη δραματική κατάληξη της Ελένης Παπαδάκη –που αποδεδειγμένα όχι μόνο δεν είχε την έγκριση του ΕΑΜ, αλλά ήταν εντελώς έξω από τις προθέσεις και την πολιτική του– επιδιώκει να συντηρεί και να αναπαράγει μια ζοφερή, δολοφονική εικόνα για το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αντιστρέφοντας ολοσχερώς την πραγματικότητα.
Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι, μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, αμέτρητοι αγωνιστές έδωσαν με ανιδιοτέλεια και αυταπάρνηση την ψυχή και το αίμα τους, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν, για να απελευθερωθεί αυτός ο τόπος από τους φασίστες κατακτητές και τους εγχώριους συνεργάτες τους. Ανάμεσά τους πολλοί καλλιτέχνες και ηθοποιοί, όπως ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Μάνος Κατράκης, ο Τζαβαλάς Καρούσος, η Ασπασία Παπαθανασίου, ο Μίμης Φωτόπουλος, η Ολυμπία Παπαδούκα, η Αλέκα Παΐζη, η Καλή Καλό και πολλοί άλλοι. Σ’ όλους αυτούς θα άξιζε πραγματικά μια επιβράβευση για το τεράστιο ψυχικό σθένος και το ηθικό μεγαλείο τους, κι ας μην, ποτέ στη ζωή τους, επιζήτησαν τιμές. Δεν το περιμένουμε βέβαια αυτό από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και την προσκείμενή της διοίκηση του Εθνικού Θεάτρου, καθώς η πολιτική τους βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τα λαϊκά συμφέροντα που όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες υπηρέτησαν. Απαιτούμε όμως να σταματήσουν να προκαλούν αμαυρώνοντας τη μνήμη όλων αυτών των λαϊκών αγωνιστών και μάλιστα στη σκηνή του Θεάτρου Ρεξ, του θεάτρου-σημείο αναφοράς και σύμβολο για την αντιστασιακή δράση των ηθοποιών του ΕΑΜ και των εκατοντάδων καλλιτεχνών που συσπείρωνε στις γραμμές του.
Για τους παραπάνω λόγους απαιτούμε την άμεση ανάκληση της απαράδεκτης απόφασης του ΔΣ του Εθνικού Θεάτρου».
Από την άλλη πλευρά, μόνο αηδία προκαλεί η προσπάθεια της Αφροδίτης Λατινοπούλου, που υποτίθεται ότι υπηρετεί την «φωνή της λογικής», να αναζωπυρώσει (εξ αφορμής της συμπλήρωσης 81 χρόνων από την δολοφονία της Παπαδάκη) τον διχασμό αριστερών και δεξιών μέσω του προπαγανδιστικού σλόγκαν «ποτέ ξανά Αριστερά»45. Έτσι, αποδεικνύεται περίτρανα ότι η συγκεκριμένη πολιτικός αποτελεί σάρκα εκ της σαρκός του νεοταξίτικου συστήματος, που την στρατολόγησε, προκειμένου να συλλέξει όσα ψηφαλάκια διέφυγαν από την κομματική σκούπα της Νέας Δικτατορίας!
Η αμφοτερόπλευρη μνησικακία και, επομένως, η μισαλλοδοξία, είναι ένα από τα ολέθρια πάθη του ανθρώπου, πόσω μάλλον ενός λαού ή έθνους! Γι’ αυτό, η επονείδιστη δολοφονία της Ελένης Παπαδάκη ισοδυναμεί με «δολοφονία» του ελληνικού πολιτισμού. Κι επειδή οι σημερινοί «δολοφόνοι» αποτελούν κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού, στην πραγματικότητα είναι «πολιτισμικοί αυτόχειρες».
Εφαρμόσιμη και εδώ η θεωρία του ανάποδου κόσμου:
Εκείνοι που επαίρονται για την Αντίσταση στην εφιαλτική τετραετία των εν Ελλάδι Ναζί, κάθονται σήμερα σούζα απέναντι στους μεταμφιεσμένους προστάτες της δημοκρατίας, δηλ. σε όλους αυτούς τους μισανθρώπους, που ετοιμάζονται να μας μεταχειρισθούν σαν επιτηρούμενους φυλακισμένους, επιβάλλοντάς μας να διατρεφόμαστε με έντομα, σκουλίκια και συνθετικό κρέας, κλειδωμένοι μέσα σε μια ψηφιακή ειρκτή με αόρατα κάγκελα, τα οποία θα μας τα παρουσιάζουν σαν χρυσούς αγωγούς για την ευτυχία μας. Ελλείψει σθεναράς και, προπάντων, μαζικής αντιστάσεως, είμαστε πλέον όλοι υποψήφιοι «ευτυχισμένοι σκλάβοι» του νεοταξίτικου συστήματος! Οι μανιχαϊστικές ετικέτες «αριστερός» και «δεξιός» ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Τώρα υπάρχουν μόνο οι ανάποδες ετικέτες των «ευτυχισμένων» και των «δυστυχισμένων».
Χ. ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ
Στην εφημερίδα «Η Βραδυνή» της 29ης Ιανουαρίου 1945 δημοσιεύθηκε η ανακοίνωση για την κηδεία και τον επικήδειο της Ελένης Παπαδάκη:
«Χοροστατοῦντος τοῦ μητροπολίτου Ναυπακτίας καὶ ἐν μέσῳ συγκινητικῶν ἐκδηλώσεων, ἐτελέσθη χθὲς τὸ πρωὶ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου (Καρύτση) ἡ κηδεία τῆς τόσον ἀνάνδρως δολοφονηθείσης ὑπό των ἐλασιτὼν καλλιτέχνιδος καὶ πρωταγωνιστρίας τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου Ἑλένης Παπαδάκη. Τὴν νεκρώσιμον ἀκολουθίαν παρηκολούθησαν ἐν σώματι ὅλοι οἱ ἠθοποιοί, φίλοι τοῦ θεάτρου καὶ ἄνθρωποι τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Τεχνῶν. Ὁ ναὸς ἦτο ἀσφυκτικῶς γεμᾶτος, ὡς καὶ ἡ πέριξ πλατεῖα.
Μετὰ τὴν νεκρώσιμον ἀκολουθίαν, ἀπεχαιρέτησαν τὴν ὑπὸ τόσον τραγικὰς συνθήκας ἐκλιποῦσαν καλλιτέχνιδα πρῶτος ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου ὁ κ. Μίλτ. Λιδωρίκης καὶ ἀκολούθως ὁ κ. Ν. Δενδραμής, πρόεδρος τοῦ σωματείου Ἠθοποιῶν, ἐξάραντες τὸ ἔργον της καὶ τονίσαντες ὅτι ἡ ἀπώλειά της ἀφήνει ἕνα μεγάλο κενὸν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Θέατρον, τὸ ὁποῖον δυσκόλως θὰ ἀναπληρωθῇ. Ἐν συνεχείᾳ ὡμίλησεν ὁ πρόεδρος τῶν σωματείων θεάτρου, οἱ ἠθοποιοὶ κ.κ. Ἀνδρουλής, Πλακούδης καὶ Σιμόπουλος, καὶ τελευταῖος ὁ συγγραφεὺς καὶ ποιητὴς κ. Ἀλέξ. Σολωμός.
Χαρακτηριστικὴ ἦτο ἡ προσφώνησις τοῦ ἠθοποιοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου κ. Ἀνδρουλή, ὁ ὁποῖος εἶπε τὰ ἑξῆς:
Ἑλένη Παπαδάκη,
Ξέρουμε καλὰ πὼς ὁ τόσο ἄδικος χαμός σου ὀφείλεται σὲ καλλιτεχνικὸ φθόνο. Αὐτοὶ ποὺ σὲ ἐξετέλεσαν, τὸ ἔκαναν καθ’ ὑπόδειξιν. Σὲ φάγανε, γιατί δὲν μποροῦσαν νὰ σὲ φθάσουν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ τόσο ἄνανδρη δολοφονία σου εἶναι τὸ ἀτιμώτερο ἔγκλημα ποὺ διεπράχθη κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἐπαναστατικοῦ κινήματος. Νὰ εἶσαι ὅμως βεβαία πὼς ἐμεῖς, οἱ συνάδελφοί σου, θὰ ἐκδικηθοῦμε τὸν ἄδικο χαμό σου.
Τὴν προσφώνησιν τοῦ κ. Ἀνδρουλὴ ἐκάλυψαν, ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ὁμαδικὰ ἐπιφωνήματα:
Κατάρα! Ἐκδίκησις! Θάνατος!
Κατὰ τὴν ἐκφορὰν τοῦ φερέτρου προηγοῦντο οἱ τρεῖς ἠθοποιοὶ ποὺ εἶχαν συλληφθῇ ὡς ὅμηροι, Πέτρος Κυριακός, Σιμόπουλος καὶ Κονταρίνης, ἕως τὴν ἀρχὴν τῆς ὁδοῦ Σταδίου, αἱ συνάδελφοί της Ἄννα Καλουτά, Μαρίκα Νέζερ, Κούλα Νικολαΐδου κ.ἄ. Ἡ Ἑλένη Παπαδάκη ἐτάφη εἰς τὸ Α΄ Νεκροταφεῖον».
Θεόδωρος Κρίτας, Όπως τους γνώρισα, Τόμ. Β΄, εκδ. Λιβάνη «Το κλειδί», Αθήνα 2000, σελ. 189:
«Ήταν ψηλή, σπαθάτη φιγούρα, με μεγάλα εκφραστικά μάτια και με μια απλότητα στο παίξιμό της που εντυπωσίαζε. Είχες την εντύπωση ότι δεν έπαιζε θέατρο, τόσο φυσικό ήταν το παίξιμό της».
Ο Κρίτας (ό.π., σελ. 191) εξαίρει την «φυσική απλότητα και αυθόρμητη καταδεκτικότητα», με την οποία τον αντιμετώπισε, όταν σε ένα διάλειμμα πρόβας πήγε να της αυτοσυστηθεί, οπότε εκείνη του ζήτησε να μην την αποκαλεί «δεσποινίδα Παπαδάκη» αλλά «Ελένη».
Ό.π., σελ. 191.
Μιχ. Παπαδάκης, Ελένη Παπαδάκη. Η σκιαγραφία μιας ξεχωριστής θεατρικής ιδιοφυΐας, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», χ.χ., σελ. 8.
Παπαδάκης, ό.π., σελ. 12.
Σύμφωνα με τον Πολύβιο Μαρσάν, βιογράφο της Ελένης Παπαδάκη, η εκδοχή ότι «η ομάδα του Ορέστη δρούσε με εντολές της Ιντέλλιτζενς Σέρβις» δεν φαίνεται πειστική (Μαρσάν, Ελένη Παπαδάκη. Μια φωτεινή θεατρική πορεία με απροσδόκητο τέλος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001, σελ. 369).
Gerolymatos, Εμφύλιος Ελλάδα 1943-1949, Ένας διεθνής πόλεμος. Η εξέλιξή του και ο αντίκτυπος στη σύγχρονη Ελλάδα, μτφ.: Δ. Αρκαδιανός, εκδ. Διόπτρα, Αθήνα 2018, σελ. 210.
Gerolymatos, ό.π., σελ. 210.
Μαρσάν, ό.π., σελ. 352.
Μαρσάν, ό.π., σελ. 360. Στο μυθιστόρημα του Μάνου Ελευθερίου «Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές», εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2006, η αναγνώριση του πτώματος παρουσιάζεται ως προϊόν πλάνης.
Μαρσάν, ό.π., σελ. 364.
Κούκουνας, Ελένη Παπαδάκη, Τραγωδία & Μύθος, εκδ. Historia, Αθήνα 2023, σελ. 140.
Μαρσάν, ό.π., σελ. 387.
Μαρσάν, ό.π., σελ. 368.
Κούκουνας, ό.π., σελ. 112.
Βλ. και Αδαμάντιο Λεμό, Η Ουτοπία του Θέσπη. Θεατρικό Οδοιπορικό, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα ΄89, σελ. 249. Ο Λεμός (ό.π., σελ. 250) δηλώνει αδυναμία να τοποθετηθεί με ακρίβεια επί της κατηγορίας του «προδότη» ή του «εγκληματία», «πέρα από τη γερμανοφιλία τους ή τη συνεργασία τους [ενν.: των διαγεγραμμένων ηθοποιών] άμεση ή έμμεση με τον κατακτητή». Ειδικά ως προς την Παπαδάκη, ωστόσο, συμπληρώνει ότι «ένα μήνα μετά τη διαγραφή της από το Σ.Ε.Η., λέγεται και στη συνείδηση πολλών είναι παραδεκτό πως έπεσε θύμα μιας ταραγμένης εποχής και η αποκατάσταση της τιμής της είναι επίσης δεδομένη, αφού η προτομή της κοσμεί δημόσιους πολιτιστικούς χώρους και συμπεριλαμβάνεται στο πάνθεον των μεγάλων του ελληνικού θεάτρου, σαν άξιο τέκνο του έθνους»
Κούκουνας, ό.π., σελ. 122 επ.
Κούκουνας, ό.π., σελ. 103.
Βλ. Gerolymatos, ό.π., σελ. 207, ο οποίος, ωστόσο, αναφέρει ότι η Ελένη Παπαδάκη «συνήθως μετακινούνταν στο θέατρο με το προσωπικό αυτοκίνητο του Ράλλη και ο σοφέρ έβγαινε για να της ανοίξει την πόρτα, προκαλώντας ακόμα μεγαλύτερη κακία στους αντιπάλους της» (σελ. 208). Πρβλ. και Κρίτα, ό.π., σελ. 195, ο οποίος δέχεται ότι η ηθοποιός «δημιο[ύργησε] μια σχέση με τον Ράλλη […], για να αποκτήσει κι αυτή “στήριξη”, την οποία στο κάτω κάτω δεν είχε ανάγκη. Η μαύρη αλήθεια είναι ότι η καημένη η Ελένη χρησιμοποίησε τελικά τη σχέση της με τον Ράλλη για να βγάλει από τη φυλακή και να φέρει πίσω από την εξορία μεγάλο αριθμό κρατουμένων συναδέλφων της από τους Γερμανούς. Έσωσε κόσμο. Τον εαυτό της όμως δεν μπόρεσε να τον σώσει». Στην στενή σχέση της Παπαδάκη με έναν Γερμανό αξιωματικό αναφέρεται ο δημοσιογράφος, λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας Αλέκος Λιδωρίκης (1907-1988), τα λόγια του οποίου αναπαράγει ο Μαρσάν (ό.π., σελ. 289). O τελευταίος σχολιάζει (αυτόθι): «Οι σχέσεις της αυτές, καθώς και αυτή με τον Ράλλη, δεν είχαν σαφώς κανένα πολιτικό ελατήριο. Θα ήταν τερατώδες να τους αποδοθεί μια πολιτική, αντεθνική και προδοτική βαρύτητα. Ήταν σχέσεις καθαρά προσωπικές, ιδιωτικής φύσης, έστω και συναισθηματικές ή και ερωτικές».
Κούκουνας, ό.π., σελ. 96.
Κούκουνας, ό.π., σελ. 89.
Κούκουνας, ό.π., σελ. 103.
Βλ. π.χ. Ασπασία Παπαθανασίου, Σελίδες μνήμης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1996, σελ. 25: «χωρίς στοιχεία δεν μπορείς να κατηγορήσεις κανέναν άνθρωπο – πολύ περισσότερο όταν αυτός είναι ο Λεωνίδας».
Την μαρτυρία αυτή αποσιωπά ο Τάσος Κωστόπουλος σε ένα άρθρο που έγραψε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» με τον προκλητικό τίτλο “Η «Αγία Ελένη» της εθνικοφροσύνης”: https://left.gr/news/i-agia-eleni-tis-ethnikofrosynis. Παρότι ο αρθρογράφος, ο οποίος είναι ολοφάνερο ότι διαπνέεται από μένος εναντίον της αδικοχαμένης ηθοποιού, παραπέμπει στο βιβλίο του Κρίτα, ουδεμία μνεία κάνει στο σχόλιο του συγγραφέως, με το οποίο αντικρούεται η κακόβουλη φήμη περί ομοφυλοφιλίας της Ελένης Παπαδάκη. Ο Κωστόπουλος κλείνει το άρθρο του ευλογώντας, κατά τρόπο εμετικό, την εμφυλιακή κτηνωδία των Δεκεμβριανών: «το μόνο διάστημα στο οποίο αποδόθηκε δικαιοσύνη για τα εγκλήματα των δωσιλόγων της Κατοχής ήταν εκείνες οι άγριες 33 ημέρες του Κόκκινου Δεκέμβρη. Ακόμη κι αν αυτό έγινε με μεθόδους που, ως πρακτική συνοπτικής εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων, δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από την κρατική «Δικαιοσύνη» των αμέσως επόμενων χρόνων».
Κούκουνας, ό.π., σελ. 62.
Ό.π., σελ. 261/263.
Θεόδωρος Κρίτας, κατά παραπομπή Κούκουνα, ό.π., σελ. 76.
Κούκουνας, ό.π., σελ. 27/28.
Κούκουνας, ό.π., σελ. 64.
Κούκουνας, αυτόθι.
Κούκουνας, ό.π., σελ. 66.
Κούκουνας, ό.π., σελ. 75.
Κούκουνας, ό.π., σελ. 74.
Επ’ αυτού βλ. Βαθιώτη, Από την τρομοκρατία στην πανδημία. Υποχρεωτικές ιατιρκές πράξεις στον πόλεμο κατά του αόρατου εχθρού, εκδ. Αλφειός, Τρίτη επικαιροποιημένη έκδοση, Αθήνα 2023, σελ. 410.
Βλ. π.χ. Donaldson, Commentary: The Doctor’s Dilemma: a response, International Journal of Epidemiology 2003 (32), σελ. 915-916, ο οποίος σημειώνει ότι η εχθρική στάση του Σω έναντι των γιατρών (η περιβόητη μομφή του Ιρλανδού συγγραφέως σε βάρος της ιατρικής επιστήμης ήταν ότι αποτελούσε μια «συνωμοσία εναντίον του απλού λαού» [conspiracy against the laity]) οφειλόταν σε μια αποτυχημένη ιατρική επέμβαση στο πόδι του. Βλ. όμως και Hill, Bernard Shaw and the Doctors: The Art and Science of Medicine in the Doctor’s Dilemma, The Journal of Medical Humanities, Vol. 15, No. 2, 1994, σελ. 93 επ., ο οποίος μας πληροφορεί ότι «το 1881, χρονιά που είχε ξεσπάσει επιδημία ευλογιάς, ο Μπέρναρντ Σω προσβλήθηκε από τη νόσο. Παρότι είχε υποβληθεί σε εμβολιασμό και τον είχαν “διαβεβαιώσει” για την απόκτηση ανοσίας, ο Σω παρέμεινε κλινήρης για τρεις εβδομάδες σε οικτρή κατάσταση. Όταν ολοκληρώθηκε ο περιορισμός και η ανάρρωσή του, είχε αποκτήσει μακριά γενειάδα, ακλόνητες αντιεμβολιαστικές απόψεις και σκεπτικισμό για την ορθόδοξη ιατρική, που διατηρήθηκαν ώς το τέλος της μακράς ζωής του».
Βλ. π.χ. την ανάλυση του Dukore, Crimes and Punishments and Bernard Shaw, Palgrave Macmillan, Switzerland 2017, σελ. 64.
Κούκουνας, ό.π., σελ. 82.
Άλλη εκδοχή (μη πειστική) υποστηρίζει ο Γιάννης Κάτρης, Οι πλαστογράφοι της Ιστορίας, εφημ. ΤΑ ΝΕΑ, 24.12.1979, σελ. 7: «ἡ Παπαδάκη σκοτώθηκε ὄχι ἀπὸ τὴν Ἀριστερά, ἀλλ’ ἀπὸ πράκτορες τῆς Ἰντέλιτζενς Σέρβις» (η οποία υποτίθεται ότι επεδίωκε να στοχοποιήσει την Αριστερά). Στο άρθρο του Κάτρη έχουν εμφιλοχωρήσει ανακρίβειες, όπως εκείνη που αφορά τον ρόλο του Δημήτρη Μυράτ, στο σπίτι του οποίου, σε αντίθεση με ό,τι αναφέρεται στο κείμενο του Κάτρη, δεν έμενε η Ελένη Παπαδάκη όταν συνελήφθη από την Πολιτοφυλακή (είχε απλώς μεταβεί εκεί για κάποιες ώρες).
Παπαδάκης, ό.π., σελ. 34· Κούκουνας, ό.π., σελ. 98.
Ό.π., σελ. 47 επ.
Παπαδάκης, ό.π., σελ. 152.
























Παραφράζοντας τον Πλαύτο " Graecus Graeci lupus" ( Ο Έλληνας είναι λύκος για τον Έλληνα).