Με αφορμή το «Ριφιφί»: Η απανθρωπιά της Εθνικής Τράπεζας, ο κυνισμός της κυβέρνησης και ο ανάποδος κόσμος της ελληνικής Δικαιοσύνης
Εκλαϊκευμένα μαθήματα Ποινικού Δικαίου / Μάθημα 7ο
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ι. Βαθιώτης
Η βιωσιμότητα του ιστολογίου εξαρτάται από την ελάχιστη οικονομική στήριξη των αναγνωστών, η οποία ανέρχεται σε 5 € μηνιαίως ή 50 € ετησίως.
Ευχαριστώ θερμά για την αλληλεγγύη σας!
Λεπτομέρειες σχετικά με την συνδρομή υπάρχουν στον ακόλουθο σύνδεσμο:
kvathiotis.substack.com/subscribe
Ι. TO ΡΙΦΙΦΙ TOY 1992 ΣΤΗΝ TV
Συχνές αναφορές γίνονται τον τελευταίο καιρό στην τηλεοπτική σειρά έξι επεισοδίων του Σωτήρη Τσαφούλια «Ριφιφί», η οποία προβάλλεται από την πλατφόρμα COSMOTE TV (αφιέρωμα έγινε και στην εκπομπή του MEGA TV της 25ης Ιανουαρίου 2026 «Εξελίξεις Τώρα», ρεπορτάζ: Γεωργία Κακή).
Το σενάριο βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία, το λεγόμενο «Ριφιφί του αιώνα», το οποίο είχε πραγματοποιηθεί στις 19 και 20 Δεκεμβρίου 1992 στην Τράπεζα Εργασίας επί της οδού Καλλιρρόης 19 στον Νέο Κόσμο. Οι δράστες παραμένουν μέχρι σήμερα ασύλληπτοι.
Σημειωτέον ότι οι συλληφθέντες καθ’ υπόδειξιν του Σύριου κρατουμένου στις φυλακές Κορυδαλλού Τζουμάχ Χαλίντ φερόμενοι ως δράστες του ριφιφί, δηλ. ο υποδιευθυντής του υποκαταστήματος Αναγνώστης Καλαφάτης, ο υπάλληλος των ΕΛΤΑ Λάμπρος Κότσαλος και οι επιχειρηματίες Στέλιος Κολοβός, Διονύσης Παπασταμάτος και Μανώλης Σπανουδάκης, με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών απηλλάγησαν από όλες τις κατηγορίες, αφού προηγήθηκε η αναίρεση των ισχυρισμών του Χαλίντ σε τηλεοπτική συνέντευξη, οπότε η υπόθεση ετέθη στο αρχείο!1
ΙΙ. ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ-ΤΥΠΟΛΑΤΡΙΑ
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιμέρους αληθινή ιστορία που αξιοποιείται εν μέρει στο πέμπτο επεισόδιο της σειράς. Πρόκειται για το ασύλληπτο δράμα που έζησε μία οικογένεια από την Μυτιλήνη, το παιδί της οποίας έπασχε από νευροβλάστωμα.
Το τηλεοπτικό κοινό πληροφορείται από την κεντρική ηρωίδα, την Όλγα (στον συγκεκριμένο ρόλο η Ευαγγελία Μουμούρη), η οποία υποδύεται την χαροκαμένη μάνα και τον εγκέφαλο του ριφιφί, ότι θέλει να εκδικηθεί την συγκεκριμένη Τράπεζα, διότι αρνήθηκε να της αποδώσει τα χρήματα (περ. 100.000.000 δρχ.) που είχαν συγκεντρωθεί από τον κόσμο στον τραπεζικό-ερανικό λογαριασμό, προκειμένου να διενεργηθεί στην Αμερική (στο νοσoκομείο Memorial) η χειρουργική επέμβαση που απαιτείτο για την αποκατάσταση της υγείας του άρρωστου παιδιού της.
Εξαιτίας της γραφειοκρατικής, τυπολατρικής και κοντόφθαλμης στάσης των τραπεζικών και, ειδικότερα, της καθυστέρησης που προκλήθηκε μέχρι να λυθεί το πρόβλημα της εκταμίευσης των χρημάτων, το παιδί δεν πρόλαβε να μεταβεί στο νοσοκομείο των ΗΠΑ, αφού εν τω μεταξύ απεβίωσε2.
Σχετικά με την ποινική ευθύνη για το έγκλημα της θανατηφόρας έκθεσης (άρ. 306 παρ. 2 ΠΚ) πέντε εμπλεκόμενων προσώπων (τεσσάρων τραπεζικών και ενός ιατρού), οι οποίοι καθυστέρησαν κατά μοιραίο τρόπο την αποδέσμευση των χρημάτων του τραπεζικού λογαριασμού, είχα γνωμοδοτήσει για λογαριασμό της οικογένειας υπέρ της κατάφασης του αξιοποίνου των προσώπων αυτών.
Λίγα χρόνια αργότερα ενέταξα την συγκεκριμένη γνωμοδότηση υπό την μορφή εμπλουτισμένου άρθρου στο βιβλίο μου «Εμβάθυνση σε ειδικά ζητήματα Ποινικού Δικαίου. Από την πράξη στη θεωρία»3, ενώ προηγουμένως είχα σχολιάσει δυσμενώς στον επιστημονικό τύπο την απόφαση του Αρείου Πάγου που είχε αποφανθεί επί της πολύκροτης υποθέσεως4.
Μεταφέρω, λοιπόν, εδώ συνοπτικά τις κρίσιμες σκέψεις εκείνης της ανάλυσης, από τις οποίες προκύπτει ότι ζούμε σε μια χώρα με περισσή απανθρωπία αλλά και ανύπαρκτη Δικαιοσύνη, η οποία, με κάποιες λιγοστές εξαιρέσεις, μοιάζει να φορά τα γυαλιά του ανάποδου κόσμου.
Έτσι, τον αθώο τον στέλνει στην φυλακή και τον ένοχο τον αθωώνει.
Αναφορικά με την υπόθεση αυτή είχε εκδοθεί το υπ’ αριθμ. 1686/2009 βούλευμα του Αρείου Πάγου, το οποίο σφράγισε κατά τρόπο αποκαρδιωτικό το τέλος της.
Α. ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν εν περιλήψει ως εξής:
Στις 22.9.1999 διαγιγνώσκεται από το Τμήμα Παιδιατρικής Αιματολογίας-Ογκολογίας ελληνικού νοσοκομείου ότι ένα παιδί ηλικίας περίπου ενάμισυ έτους, ο Παναγιώτης Βασιλέλης πάσχει από νευροβλάστωμα. Αρχικώς υποβάλλεται σε θεραπεία υπό την επίβλεψη του πρώτου εκ των κατηγορουμένων, Διευθυντή τότε του ανωτέρω Τμήματος, εν συνεχεία αφαιρείται χειρουργικά η υπολειπόμενη μάζα, ενώ στις 18.5.2000 υποβάλλεται σε μεταμόσχευση μυελού των οστών.
Στις 7.7.2000 λαμβάνει εξιτήριο και μεταφέρεται στο Τμήμα Παιδιατρικής Αιματολογίας-Ογκολογίας του ανωτέρω ελληνικού νοσοκομείου σε αρκετά καλή γενική κατάσταση προς περαιτέρω ιατρική παρακολούθηση της υγείας του.
Εν τω μεταξύ, κατά το διάστημα της αναμονής για την πραγματοποίηση της μεταμόσχευσης, με πρωτοβουλία δημοτών διοργανώθηκε έρανος για την οικονομική ενίσχυση της οικογένειας του παιδιού και με πρωτοβουλία ιδιοκτήτη τηλεοπτικού σταθμού επιτεύχθηκε το άνοιγμα λογαριασμού ταμιευτηρίου στο όνομα των γονέων.
Μέχρι τις 13.6.2000 είχε συγκεντρωθεί συνολικά το ποσό των 100.961.213 δρχ. (296.291,16 ευρώ).
Την ίδια ημέρα, όμως, οι αρμόδιοι τραπεζικοί υπάλληλοι δέσμευσαν τον επίμαχο λογαριασμό, επειδή διαπίστωσαν ότι σε αυτόν γίνονται καταθέσεις υπό τον τύπο των ερανικών εισφορών κατά παράβαση του άρ. 1 του Ν. 5101/1931 (“περί ενεργείας εράνων και λαχειοφόρων ή φιλανθρωπικών αγορών”)5, επικαλούνται δε και την σχετική επιστολή του τότε Υφυπουργού Υγείας & Πρόνοιας, καθώς και την από 8.2.2000 υπηρεσιακή εγκύκλιο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος που προέβλεπε ότι τα καταστήματα θα συνέχιζαν να δέχονται αιτήματα για το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού με σκοπό την συλλογή χρημάτων, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα προσκομίζουν την απαιτούμενη κατά τον ανωτέρω νόμο άδεια που δίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υγείας Πρόνοιας.
Παρότι ο ένας εκ των εγκαλούντων, κατόπιν υποδείξεως του Διευθυντή του τραπεζικού υποκαταστήματος (τρίτου κατηγορουμένου), υπέβαλε αίτηση στον Υπουργό Υγείας, προκειμένου να λάβει την απαιτούμενη άδεια και να επιλυθεί το ανακύψαν πρόβλημα, η άδεια αυτή δεν εξεδόθη κατά το αμέσως επόμενο διάστημα, ώστε να καταστεί δυνατή η ανάληψη του κατατεθειμένου ποσού, το οποίο οι εγκαλούντες επιθυμούσαν να χρησιμοποιήσουν για την νοσηλεία του ανηλίκου γιου τους στο εξωτερικό.
Η αποδέσμευση του παραπάνω ερανικού λογαριασμού κατέστη τελικώς δυνατή την 2.3.2001, όταν τακτοποιήθηκε νομοθετικώς το ζήτημα (δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ο Ν. 2889/2001· βλ. άρ. 19 παρ. 1 αυτού).
Δύο ημέρες, όμως, μετά, στις 4.3.2001, το παιδί απεβίωσε.
Θαυμάστε τον κυνισμό της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (σε αυτό προσέφυγαν οι γονείς του νεκρού παιδιού, βλ. την σημείωση στο τέλος του παρόντος κειμένου) προέβαλε τον εξής ισχυρισμό:
το γεγονός ότι η υπουργική εξουσιοδότηση [για την αποδέσμευση του χρηματικού ποσού του ερανικού λογαριασμού] δόθηκε δύο ημέρες πριν από τον θάνατο του ΠΒ αντιπροσωπεύει μια ατυχή σύμπτωση!
Β. ΠΟΙΝΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Αρχικώς παραπέμφθηκαν για θανατηφόρα έκθεση τέσσερα πρόσωπα που είχαν σχέση με την Τράπεζα (Χ2, Χ3, Χ4, Χ5), επειδή αρνήθηκαν στους γονείς του παιδιού να αναλάβουν από τον δεσμευμένο ερανικό λογαριασμό το κατατεθειμένο σε αυτόν ποσό, ώστε να μεταβούν για τη συνέχιση της θεραπείας του γιου τους σε νοσοκομείο των Η.Π.Α, επικαλούμενοι ότι κάτι τέτοιο αντέβαινε στις διατάξεις του Ν. 5101/1931.
Πέραν των προσώπων αυτών, παραπέμφθηκε με την ίδια κατηγορία και ο αρμόδιος ιατρός που αρνήθηκε να χορηγήσει γνωμάτευση προς την έχουσα αποφασιστική αρμοδιότητα Ειδική Υγειονομική Επιτροπή, με την οποία να πιστοποιείται με λεπτομέρεια η σοβαρότητα της κατάστασης του ανηλίκου που ήταν ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. και να επισημαίνεται η αδυναμία αντιμετώπισής του στην Ελλάδα, ώστε να καλυφθούν από αυτό οι δαπάνες νοσηλείας του στο εξωτερικό.
Το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου, δεχθέν τις εφέσεις και των πέντε κατηγορουμένων κατά του παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης, απεφάνθη ότι δεν έπρεπε να αποδοθεί κατηγορία εις βάρος τους για την αξιόποινη πράξη της θανατηφόρας εκθέσεως, η κρίση του δε αυτή επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο με το υπ’ αριθμ. 1686/2009 βούλευμά του.
Η αρεοπαγιτική κρίση ήταν εσφαλμένη για τους ακόλουθους λόγους:
1. ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ
Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, επί συγκρούσεως ενός καθήκοντος ενεργείας και ενός καθήκοντος παραλείψεως ισχύει ο κανόνας του άρ. 25 ΠΚ6, δηλαδή το άδικο της προσβολής αποκλείεται, μόνο όταν η προκληθείσα βλάβη είναι ουσιωδώς υπέρτερη της απειληθείσας.
Στην περίπτωση των τραπεζικών υπαλλήλων που δέσμευσαν τα χρήματα του ερανικού λογαριασμού, αρνούμενοι στην συνέχεια να τα αποδεσμεύσουν (εδώ εντοπίζεται η εκπλήρωση του καθήκοντός τους να μην παραβούν την διάταξη του νόμου του 1931), με αποτέλεσμα να στερήσουν από τους γονείς του ανήλικου παθόντος την δυνατότητα να δοκιμάσουν την λύση της μετάβασης σε νοσοκομείο του εξωτερικού και το παιδί τους να πεθάνει μετά την νομοθετική τακτοποίηση του προβλήματος και την άρση του τραπεζικού κωλύματος (εδώ εντοπίζεται η παραβίαση του καθήκοντος των τραπεζικών υπαλλήλων να παράσχουν βοήθεια στο παιδί που κινδύνευε να πεθάνει), είναι προφανές ότι από την πλευρά τους έγινε μια ανάποδη στάθμιση που προσκρούει στην στοιχειώδη λογική του μέσου συνετού ανθρώπου, αφού εκπλήρωσαν ένα καθήκον που είναι ουσιωδώς υποδεέστερης σημασίας σε σύγκριση με το καθήκον ενεργείας τους, ήτοι το καθήκον διασώσεως ενός άρρωστου παιδιού!
Ουδεμία δε αμφιβολία χωρεί περί του ότι η στοιχειώδης-ορθόδοξη λογική θα επέτασσε στην υπό κρίσιν περίπτωση αφ’ ενός την εκπλήρωση του καθήκοντος των κατηγορουμένων να αποδώσουν τα χρήματα στους γονείς του παθόντος τέκνου, αφού έτσι θα καθιστούσαν δυνατή την προσπάθεια για παράταση της ζωής του τελευταίου και, αφ’ ετέρου, την παραβίαση του καθήκοντός τους να συμμορφωθούν προς την διάταξη του άρ. 1 του Ν. 5101/1931, του οποίου ο σκοπός προστασίας απηχεί ούτως ή άλλως απηρχαιωμένες αντιλήψεις (άλλωστε τροποποιήθηκε από τον Ν. 2889/2001).
Μια σύγκριση των επαπειλουμένων ποινών της θανατηφόρου εκθέσεως του άρ. 306 παρ. 2 ΠΚ (κάθειρξη τουλάχιστον έξι ετών7) και αφ’ ετέρου του άρ. 20 παρ. 1 Ν. 5101/1931 (φυλάκιση τριών μέχρις οκτώ μηνών) καθιστά έκδηλο το προβάδισμα του καθήκοντος των κατηγορουμένων να αποδώσουν τα χρήματα του ερανικού λογαριασμού στους γονείς του παθόντος.
2. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
Σε ό,τι αφορά την κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και του επελθόντος αποτελέσματος, αρκεί η διαπίστωση ότι, επί ορθής συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, το αποτέλεσμα του θανάτου θα είχε επέλθει σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο.
Με άλλα λόγια, κρίσιμη υποθετική σκέψη από την οποία εξαρτάται η κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου είναι αν θα είχε παραταθεί η ζωή του παθόντος έστω για κάποιους μήνες, για λίγες ημέρες ή ακόμη και για λίγες ώρες σε σχέση με την στιγμή που επήλθε τελικά ο θάνατός του και όχι το αν θα είχε επέλθει η σωτηρία του. Υπό το πρίσμα αυτό, εάν η συμπεριφορά των κατηγορουμένων προκάλεσε αιτιωδώς το ψαλίδισμα των ευκαιριών του παθόντος να μείνει στην ζωή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από εκείνο που έζησε, τότε ο εξεταζόμενος αιτιώδης σύνδεσμος είναι υπαρκτός.
Η θέση αυτή απαντά και στην ελληνική νομολογία, όπου έχει γίνει δεκτό ότι «η βραχεία ή μακρά διάρκεια του εννόμου αγαθού της ζωής δεν καθιστά μείζονος ή ελάσσονος αξίας το έννομον τούτο αγαθόν, όπερ εν τω ποινικώ νόμω νοείται υπό έννοιαν απόλυτον και προστατεύεται αυστηρότατα από της στιγμής της γεννήσεως (ή μάλλον της εν γαστρί συλλήψεως) μέχρι της υστάτης πνοής του ανθρώπου»8 και ότι «η αξία του εννόμου αγαθού της ζωής ουδεμίαν υφίσταται αυξομείωσιν εκ της τυχόν προβλεπομένης μακράς ή βραχείας διαρκείας ταύτης»9.
Αντιστοίχως στην γερμανική νομολογία γίνεται δεκτό από το ομοσπονδιακό Ακυρωτικό ότι «για την θεμελίωση της αιτιότητας αρκεί ότι ένα ούτως ή άλλως απειλούμενο αποτέλεσμα επέρχεται σε χρονικά πρώιμο στάδιο εξαιτίας της πράξεως του δράστη»10. Όπως εύστοχα επισημαίνεται:
«η αντίθετη άποψη θα είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλείπεται πρόωρα η χρήση θεραπευτικών μέσων, επειδή αυτά δεν αναμένεται να οδηγήσουν σε θετική έκβαση, εξ αυτού δε του λόγου η επιτάχυνση του θανάτου ενός απελπισμένου με παράλειψη της επιβεβλημένης ιατρικής περιθάλψεως συνιστά άδικη πράξη»11.
Μάλιστα, το γερμανικό Ακυρωτικό με την από 10.8.1984 απόφαση του 1ου Ποινικού Τμήματός του12 απεφάνθη τα ακόλουθα:
«Η διαπίστωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι “επί διενεργείας των επιβεβλημένων πράξεων θα είχε παραταθεί η ζωή της ασθενούς κατά ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, τουλάχιστον για κάποιες ώρες” αρκεί για να θεωρηθεί ότι πληροί τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί σύμφωνα με την παγία νομολογία ως προς την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην παράνομη παράλειψη και στο εγκληματικό αποτέλεσμα. Η επέλευση του τελευταίου καταλογίζεται στον δράστη, όταν υποτιθεμένης ως υπαρκτής της παραλειφθείσης πράξεως, δεν θα είχε επέλθει το αποτέλεσμα. Θα πρέπει να υφίσταται μια εγγίζουσα τα όρια της βεβαιότητος πιθανότητα περί του ότι, αν είχε τελεσθεί η παραλειφθείσα πράξη, το αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει ή θα είχε επέλθει αργότερα ή θα είχε επέλθει σε ουσιωδώς πιο περιορισμένη έκταση. Συνακόλουθα, για την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας αρκεί ότι ο θάνατος της ασθενούς επήλθε κατά μερικές ώρες ενωρίτερα απ’ ό,τι θα είχε επέλθει, αν δεν είχε εκδηλωθεί η παράνομη συμπεριφορά του κατηγορουμένου»13.
Αλλά και μερικά χρόνια νωρίτερα, με την από 20.5.1980 απόφαση του 1ου Ποινικού Τμήματός του14, το γερμανικό Ακυρωτικό είχε ομοίως αποφανθεί ότι «η σύντμηση της ζωής άλλου ανθρώπου κατά μία ημέρα είναι ποινικώς σημαντική και καταλογιστή στον δράστη», ειδικότερα δε σε εκείνη την περίπτωση επρόκειτο για παραλειφθείσα χειρουργική επέμβαση, η οποία εκρίθη ότι, αν είχε γίνει την ημέρα που έπρεπε, τότε με πιθανότητα που εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας η ασθενής θα είχε ζήσει τουλάχιστον μία ημέρα ακόμη.
Η απόφαση αυτή έτυχε ευμενούς σχολιασμού από την καθηγήτρια Ποινικού Δικαίου στην Νομική Σχολή του Γκύσεν Γκαμπριέλε Βόλφσλαστ (Gabriele Wolfslast)15, η οποία επεσήμανε ότι η εν λόγω θεώρηση είναι ορθή, καθ’ όσον εστιάζει στην επέλευση του συγκεκριμένου αποτελέσματος και έτσι εναρμονίζεται πλήρως προς ό,τι γίνεται δεκτό και στα δι’ ενεργείας τελούμενα εγκλήματα, όπου καθοριστικής σημασίας είναι το ότι το θύμα πεθαίνει συνεπεία του πυροβολισμού του δράστη, όντας αδιάφορο ότι τούτο θα πέθαινε ούτως ή άλλως λίγο αργότερα από την επίδραση του δηλητηρίου που είχε πιει.
Η θέση ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επίμαχης συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, ακόμη κι όταν διαπιστώνεται ότι επί συννόμου συμπεριφοράς του δράστη θα είχε απλώς παραταθεί για κάποιο χρονικό διάστημα, επικυρώθηκε για μία ακόμη φορά με την από 12.6.2001 απόφαση του 5ου Ποινικού Τμήματος του γερμανικού Ακυρωτικού16, όπου έγινε δεκτό ότι ορθώς εκρίθη υφιστάμενος ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και του επελθόντος θανάτου, δεδομένου ότι οι πράξεις βίας που τελέσθηκαν από αυτόν «τουλάχιστον επιτάχυναν τον θάνατο».
Αλλά και σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη στην γερμανική θεωρία17, ο δράστης ευθύνεται για το αποτέλεσμα είτε προκαλεί σύντμηση της ζωής ενός υγιούς είτε επιταχύνει τον θάνατο ενός άρρωστου ανθρώπου.
Ειδικότερα, ο καθηγητής Πονικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας στην Νομική Σχολή του Μύνστερ Φρίντριχ Ντένκερ (Friedrich Dencker)18 σημειώνει ότι το αποτέλεσμα που τυποποιείται στις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα (όπως στην ανθρωποκτονία εκ προθέσεως και εξ αμελείας, στην θανατηφόρο σωματική βλάβη κ.ο.κ.), «δεν είναι ο (εγκεφαλικός) θάνατος ενός ανθρώπου, αλλά η σύντμηση της ζωής του [Lebensverkürzung]», με άλλα λόγια: πρόκληση θανάτου δεν σημαίνει απλώς «πρόκληση του συγκεκριμένου θανατηφόρου αποτελέσματος», αλλά «εξουδετέρωση μιας ευκαιρίας να εξακολουθεί ο άλλος άνθρωπος να ζει».
Επιπλέον, σε ό,τι αφορά το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου, το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου είχε αποφανθεί τα εξής:
«δεν προέκυψε […] ότι συνέτρεξε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως των εκκαλούντων-κατηγορουμένων Χ1 […], Χ2 […], Χ3 […], Χ4 […] και Χ5 […] και του αποτελέσματος (θάνατος ως άνω ανηλίκου), […] αφού δεν προέκυψε ότι, αν δεν παραλειπόταν τυχόν επιβεβλημένη ενέργειά τους, τότε το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα, δηλαδή η υπάρχουσα ήδη κατάσταση κινδύνου, θα ήρετο, αφού η παραλειφθείσα ενέργειά τους, δηλαδή 1) η μη αποδέσμευση του ερανικού λογαριασμού από τους Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 έγινε σε συμμόρφωση προς τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 5101/1931 και 2) η άρνηση χορήγησης γνωμάτευσης προς την έχουσα αποφασιστική αρμοδιότητα Ειδική Υγειονομική Επιτροπή σύμφωνα με την ισχύουσα τότε προαναφερθείσα Υπουργικής Απόφασης (Κοιν. Ασφ.) υπ’ αρ. Φ7/οικ./7.1.1997 του Χ1, με την οποία [έπρεπε] να πιστοποιείται με λεπτομέρεια η σοβαρότητα της κατάστασης του ανηλίκου γιου των εγκαλούντων που ήταν ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α και να επισημαίνεται η αδυναμία αντιμετώπισης του στην Ελλάδα, ώστε να καλυφθούν απ’ αυτό οι δαπάνες νοσηλείας του στο εξωτερικό, έγινε στα πλαίσια της προδήλως μη αποφασιστικού μεν χαρακτήρα επιστημονικής άποψής του, αφού η τελική απόφαση ήρτητο από τη θετική απόφαση της πιο πάνω Ειδικής Υγειονομικής Επιτροπής, πλην όμως βαρύνουσας επιστημονικής γνώμης του τόσον ως θεράποντος ιατρού του ως άνω ανηλίκου όσον και ως Διευθυντή του πιο πάνω Τμήματος ότι η αντιμετώπιση της νοσηλείας του στην Ελλάδα ήταν η ενδεδειγμένη και ότι τυχόν συνέχιση της νοσηλείας του στο εξωτερικό δεν θα παρείχε καλυτέρευση στην υγεία του».
Ο παραπάνω συλλογισμός είναι προφανές ότι δεν ευσταθεί ούτε λογικώς ούτε δογματικώς. Τούτο, διότι είναι άλλο το ζήτημα αν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος και άλλο το αν, παρότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επίμαχης συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος, υπάρχει ενδεχομένως κάποιος νομικός λόγος που αποτελεί πρόσκομμα για την κατάφαση της ποινικής ευθύνης ενός πράττοντος ή παραλείποντος.
Όσο προδήλως εσφαλμένο είναι να υποστηρίξει κανείς ότι ένας αμυνόμενος που αποκρούει την εκδηλωθείσα επίθεση, θανατώνοντας τον επιτιθέμενο, δεν απετέλεσε αιτιώδη όρο για τον επελθόντα θάνατο, μόνο και μόνο επειδή ενήργησε στο πλαίσιο νόμιμης άμυνας, τόσο προδήλως εσφαλμένο είναι να υποστηρίξει –όπως το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου και, εμμέσως, ο Άρειος Πάγος, ο οποίος επικύρωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, μη διαπιστώνοντας κανένα έλλειμμα αιτιολογίας– στην συγκεκριμένη υπόθεση ότι οι κατηγορούμενοι (εκ των οποίων οι μεν τέσσερεις ενεργούντες για λογαριασμό της Τράπεζας δεν αποδέσμευσαν τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί στον ερανικό λογαριασμό, ο δε ιατρός δεν χορηγούσε την γνωμάτευση που απαιτείτο για την κάλυψη των δαπανών νοσηλείας από το ΙΚΑ) δεν συνέβαλαν αιτιωδώς στον θάνατο του παθόντος, μόνο και μόνο επειδή ενδεχομένως είχαν δικαίωμα να πράξουν τοιουτοτρόπως!
Τέτοια εξάρτηση της κατάφασης του αιτιώδους συνδέσμου από το δικαιολογημένο της επίμαχης συμπεριφοράς συνιστά μια δογματικώς ανεπίτρεπτη σύμμιξη του αιτιώδους συνδέσμου με έναν λόγο, η ύπαρξη του οποίου συνιστά cura posterior, αφού εξετάζεται σε μεταγενέστερη βαθμίδα κρίσεως· το κατά πόσον η συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Ν. 5101/1931 καθιστά την συμπεριφορά των κατηγορουμένων δικαιολογημένη είναι κάτι που δεν αφορά το πεδίο του αιτιώδους συνδέσμου, αλλά το πεδίο των λόγων αποκλεισμού του αδίκου, ειδικότερα δε της συγκρούσεως καθηκόντων, περί της οποίας το δικαστήριο της ουσίας ουδέν απολύτως διέλαβε!
Σημειωτέον ότι με τις παραπάνω θέσεις συντάσσεται και η Έλλη Αβραμίδου στην προσφάτως εκδοθείσα διδακτορική διατριβή της «Το έγκλημα της έκθεσης (άρθρο 306 ΠΚ). Προβλήματα ερμηνείας και εφαρμογής»19, η οποία σημειώνει:
«Η συγκεκριμένη αιτιολογία [ενν.: η αιτιολογία του Συμβουλίου Εφετών Αιγαίου] δεν είναι ορθή, καθώς δεν ερευνήθηκε ουσιαστικά το ζήτημα του αν υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του θανάτου και της παραλείψεως των κατηγορουμένων, δηλαδή το κατά πόσον ο θάνατος θα είχε και πάλι επέλθει με τον τρόπο που επήλθε, αν τα χρήματα είχαν αποδεσμευτεί. Το αν οι κατηγορούμενοι είχαν σχετικό δικαίωμα από το νόμο να μην προβούν σε αποδέσμευση του λογαριασμού δεν αποτελεί ζήτημα αιτιώδους συνδέσμου. Το Συμβούλιο για να αποφανθεί για το ζήτημα του αιτιώδους συνδέσμου έπρεπε να ερευνήσει, εάν στην περίπτωση που είχε πραγματοποιηθεί η αποδέσμευση των χρημάτων από τους κατηγορούμενους, θα είχε αποτραπεί το αποτέλεσμα του θανάτου του ανηλίκου, με τη συγκεκριμένη μορφή και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που αυτό επήλθε. Όπως ορθώς επισημαίνει ο Βαθιώτης, ό.π., σελ. 119, λόγω της απόλυτης προστασίας του εννόμου αγαθού της ζωής, η επίσπευση του θανάτου ακόμα και για λίγες μέρες ή ακόμα και ώρες συνιστά “ουσιώδη παραλλαγή που δεν επιτρέπει τον αποκλεισμό της αιτιώδους συνάφειας με την υποθετική σκέψη ότι ο θάνατος επερχόταν ούτως ή άλλως σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα”. Το Συμβούλιο έπρεπε λοιπόν στη συγκεκριμένη περίπτωση να εξετάσει αν με την αποδέσμευση των χρημάτων ο παθών θα είχε παραμείνει στη ζωή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα».
3. ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΝΟΜΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ
Σε ό,τι αφορά την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση των κατηγορουμένων τραπεζικών να παρεμποδίσουν το επελθόν αποτέλεσμα του θανάτου, ως πηγή τέτοιας υποχρέωσης εξετάζεται η εκούσια ανάληψη προστατευτικών καθηκόντων στο πρόσωπο των τεσσάρων τραπεζικών.
Ειδικότερα, καμία επιρροή δεν ασκεί το γεγονός ότι ο ερανικός λογαριασμός είχε ανοιγεί παρά την ύπαρξη της υπηρεσιακής εγκυκλίου της Εθνικής Τράπεζας που απαγόρευε το άνοιγμα λογαριασμών με σκοπό την συγκέντρωση χρημάτων χωρίς την απαιτούμενη άδεια ή ότι, αφ’ ης στιγμής κατέστη ερανικός, υπήχθη αυτομάτως στις διατάξεις του Νόμου 5101/1931, κριθείς παράνομος.
Από την στιγμή που τα αρμόδια πρόσωπα δέχθηκαν το άνοιγμα και την διατήρηση αυτού του λογαριασμού κατέστησαν εν τοις πράγμασιν εγγυητές ασφαλείας των μοναδικών αντικειμένων (δηλ. των χρημάτων), χάρη στα οποία θα ήταν δυνατόν να μεταβεί ο παθών στο εξειδικευμένο νοσοκομείο της Αμερικής και, συνακόλουθα, εγγυητές ασφαλείας της ζωής του παθόντος, η οποία θα μπορούσε να γίνει προσπάθεια να παραταθεί, μόνο αν πραγματοποιούνταν οι αντίστοιχες ιατρικές ενέργειες.
Εδώ μπορεί να γίνει ο εξής παραλληλισμός:
Σε τίποτε δεν διαφέρει η φύλαξη των χρημάτων του ερανικού λογαριασμού και, ακολούθως, η δέσμευσή τους από την φύλαξη του μοναδικού φαρμάκου που υπόσχεται παράταση της ζωής του ασθενούς και την πρόσβαση του οποίου εμποδίζει εκείνος που ανέλαβε την φύλαξή του!
Υπό το πρίσμα αυτό, με το άνοιγμα του λογαριασμού της Εθνικής Τραπέζης υπέρ των γονέων του παθόντος για την κάλυψη των εξόδων μεταβάσεως και της ιατρικής περιθάλψεως του παθόντος σε νοσοκομείο της Αμερικής, οι αρμόδιοι της Τράπεζας ανέλαβαν εμπράκτως με τον πιο έκδηλο και άμεσο τρόπο την φύλαξη των χρημάτων, από των οποίων την απόδοση στους δικαιούχους του λογαριασμού ήταν απολύτως και άμεσα εξαρτημένη η παράταση της ζωής του ασθενούς, αφού μόνο με την λήψη και αξιοποίηση του συγκεντρωθέντος χρηματικού ποσού θα ήταν δυνατή η κάλυψη των συνολικών εξόδων και, συνακόλουθα, η πραγματοποίηση του ιατρικού εγχειρήματος.
Τέλος, το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου έκρινε ότι:
«δεν προέκυψε […] ότι οι παραπάνω εκκαλούντες- κατηγορούμενοι είχαν πρόθεση να αφήσουν αβοήθητο τον ανωτέρω ανήλικο γιο των εγκαλούντων να αποβιώσει, […] εφόσον οι εξ αυτών Χ2, Χ3, Χ4 και Χ5 δεν είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν τούτο […]».
Με τον τρόπο αυτόν, όμως, το Συμβούλιο Εφετών περιέπεσε σε ένα ακόμη προφανές δογματικό σφάλμα, αφού υπέλαβε ότι δεν συντρέχει πρόθεση των κατηγορουμένων, δηλαδή ένα υποκειμενικό στοιχείο του εγκλήματος, επειδή, κατά την γνώμη του, ελλείπει η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους να παρεμποδίσουν το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή ένα αντικειμενικό στοιχείο που εξετάζεται σε διαφορετική βαθμίδα κρίσεως του εγκλήματος!
ΙΙΙ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Από τις προεκτεθείσες επισημάνσεις πρέπει να κατέστη σαφές ότι η απαλλαγή των κατηγορουμένων για το έγκλημα της θανατηφόρας εκθέσεως στηρίχθηκε σε εν μέρει σαθρή και εν μέρει ανύπαρκτη αιτιολογία.
Πέραν των σφαλμάτων που κατεγράφησαν σε ό,τι αφορά την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και τον αιτιώδη σύνδεσμο, ιδιαιτέρως αρνητική εντύπωση προκαλεί η απολύτως στρεβλή εφαρμογή της συγκρούσεως καθηκόντων.
Ποιος έμφρων άνθρωπος που έχει γαλουχηθεί με ανθρωπιστικές αξίες (και που, συνακολούθως, έχει εμπεδώσει τις θεμελιώδεις βάσεις του Γενικού Μέρους του Ποινικού Δικαίου στις οποίες αποτυπώνονται οι αξίες αυτές) μπορεί να δεχθεί ότι η τήρηση ενός Νόμου του 1931 σχετικά με το άνοιγμα και την τήρηση ερανικού λογαριασμού αποτελεί υπέρτερο καθήκον εν συγκρίσει προς την προσπάθεια διατήρησης εν ζωή ενός μικρού παιδιού που πάσχει από νευροβλάστωμα;
Η ρητορική αυτή ερώτηση παύει να είναι ρητορική, από την στιγμή που ο Άρειος Πάγος δικαίωσε την αντίθετη οπτική που προέκριναν οι κατηγορούμενοι τραπεζικοί (αλλά και το Συμβούλιο Εφετών Αιγαίου), εθελοτυφλώντας μπροστά στο αυτονόητο.
Δεδομένης της μείζονος σοβαρότητας της υποθέσεως, η οποία, όταν είδε το φως της δημοσιότητος, είχε συγκλονίσει το πανελλήνιον (και τώρα, με αφορμή την τηλεοπτική σειρά «Ριφιφί», εξακολουθεί να συγκινεί τους τηλεθεατές), θα ανέμενε κανείς από το Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας μας να είχε ελέγξει με την προσήκουσα επιμέλεια τους νομικούς συλλογισμούς του προσβαλλομένου βουλεύματος, οι οποίοι και διά γυμνού οφθαλμού είναι ορατό ότι περιέχουν κραυγαλέα νομικά σφάλματα.
Πέραν δε τούτου, θα ανέμενε κανείς από το ίδιο δικαστήριο να είχε ασχοληθεί σοβαρότερα με την επίμαχη υπόθεση, η οποία άπτεται δυσχερών δογματικών ζητημάτων και όχι να επικυρώσει χωρίς ιδιαιτέρα βάσανο την απαλλακτική κρίση του Συμβουλίου, στερώντας την δυνατότητα από τους εγκαλούντες να πληροφορηθούν τεκμηριωμένα αν έχασαν το άρρωστο παιδί τους πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο θα ήταν ενδεχομένως εφικτό να ζήσει, απλώς επειδή έπεσαν θύματα ενός συνδυασμού ατυχών συγκυριών (δηλαδή της ύπαρξης ενός νόμου του 1931 περί ερανικού λογαριασμού και της τυπολατρικής εφαρμογής του από υπαλλήλους μιας Τράπεζας, η οποία πάντως είχε δεχθεί να ανοίξει ο λογαριασμός υπέρ των γονέων του παθόντος παρά την έλλειψη της απαιτούμενης άδειας) ή, αντιθέτως, αν η απώλεια του άρρωστου παιδιού τους κατά την συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν προϊόν μιας εσφαλμένης (και κατά τούτο καταλογιστής) επίλυσης συγκρούσεως καθηκόντων εκ μέρους των κατηγορουμένων.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Οι γονείς του Παναγιώτη Βασιλέλη προσέφυγαν και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο, όμως, απέρριψε την προσφυγή τους με την εξής αιτιολογία (υπόθεση Πιτσιλάδη και Βασιλέλλης κατά Ελλάδος, απόφ. της 6ης Ιουνίου 2023):20
«Η υπόθεση δεν εμπίπτει σε περιπτώσεις ιατρικής αμέλειας ή άρνησης περίθαλψης που θα συνεπαγόταν παραβίαση του άρθρου 2 ΕΣΔΑ και επομένως, παρά την τραγικότητα των γεγονότων και την καθυστέρηση στην έγκριση της χρηματοδότησης, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι οι αρμόδιες κρατικές αρχές δεν παρέλειψαν να τηρήσουν τη θετική τους υποχρέωση προς προστασία του δικαιώματος στη ζωή του ανηλίκου, όπως αυτή προβλέπεται βάσει του άρθρου 2 ΕΣΔΑ (European Court of Human Rights, 2023, παρ. 53, Τσεβάς, 202321). Ειδικότερα, ο θάνατος του υιού των προσφευγόντων δεν οφειλόταν στην καθυστέρηση κατά την αποδέσμευση των χρημάτων, καθώς η κατάσταση της υγείας του είχε ήδη επιδεινωθεί ενώ το προτεινόμενο πρόγραμμα θεραπείας στις ΗΠΑ δεν θα είχε ξεκινήσει πριν την 5η Φεβρουαρίου 2001, όταν θα ήταν πλέον αργά. Συνεπώς, το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 2 της Σύμβασης και απέρριψε την προσφυγή (European Court of Human Rights, 2023, παρ. 56-58).
Παρότι το Δικαστήριο έκρινε ότι εν προκειμένω δεν στοιχειοθετείται ευθύνη του ελληνικού κράτους, η υπόθεση υπογραμμίζει τη θεμελιώδη σημασία της άμεσης και αποτελεσματικής ανταπόκρισης των κρατικών αρχών σε περιπτώσεις όπου διακυβεύεται η ζωή των πολιτών. Το ΕΔΔΑ από την πλευρά του, καθορίζει τα όρια εφαρμογής του άρθρου 2 ΕΣΔΑ, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τη θετική υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της προστασίας της ζωής που συνιστά το θεμελιωδέστερο ανθρώπινο δικαίωμα».
Διαφορετική, όμως, ήταν η αποκλίνουσα γνώμη του Αλβανού δικαστή Darian Pavli, ο οποίος εύστοχα επεσήμανε ότι:
«Αν τα κράτη δεν είναι πάντα σε θέση να χρηματοδοτήσουν ή να χρηματοδοτήσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα τις ολοένα πιο εξελιγμένες και δαπανηρές μορφές θεραπείας που αναπτύσσει η σύγχρονη ιατρική, δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τα άτομα και τις κοινότητες που βασίζονται στην αλληλεγγύη των συνανθρώπων τους».
Εκδ. Σάκκουλα Θεσσαλονίκης, 2014, σελ. 109 επ.
Περιοδικό «Ποινική Δικαιοσύνη» 2011, σελ. 18 επ.
Σύμφωνα με την διάταξη αυτή, απαγορεύονται οι πάσης φύσεως έρανοι και λαχειοφόροι ή φιλάνθρωποι αγοραί και η διά παντός άλλου τρόπου συλλογή χρημάτων ή αντικειμένων και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται με αιτιολογημένες αποφάσεις του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας να εγκρίνεται η συγκέντρωση χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του νόμου αυτού.
Η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 ΠΚ (Κατάσταση ανάγκης που αποκλείει το άδικο) που ίσχυε όταν δικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι είχε ως εξής:
1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε.
Η ίδια διάραξη στον νέο Ποινικό Κώδικα αναδιατυπώθηκε ως ακολούθως:
1. Δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος προς αποτροπή παρόντος και αναπότρεπτου με άλλα μέσα κινδύνου, ο οποίος απειλεί το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή κάποιου άλλου χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η προσβολή που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από την προσβολή που απειλήθηκε.
Αυτή είναι η ποινή που, όταν δικάσθηκαν οι κατηγορούμενοι, προβλεπόταν στον παλαιό Ποινικό Κώδικα για το συγκεκριμένο έγκλημα.
Άρθρο 306 ΠΚ. Έκθεση.
1. Όποιος εκθέτει άλλον και έτσι τον καθιστά αβοήθητο, καθώς και όποιος με πρόθεση αφήνει αβοήθητο ένα πρόσωπο που το έχει στην προστασία του ή που έχει υποχρέωση να το διατρέφει και να το περιθάλπει ή να το μεταφέρει, ή ένα πρόσωπο που ο ίδιος το τραυμάτισε υπαίτια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών.
2. Αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα: α) βαριά βλάβη στην υγεία του, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών· β) το θάνατό του, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον έξι ετών.
Οι ποινές της δεύτερης παραγράφου άλλαξαν με τον νέο Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019) ως εξής:
Αν η πράξη προκάλεσε στον παθόντα: α) βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών, β) θάνατο, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη.
Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών 1491/1954 Εισαγγ. Πρότ. Σπ. Κανίνια ΠοινΧρ 1954, σελ. 201∙ βλ. και Συμεωνίδου-Καστανίδου, Εγκλήματα κατά της ζωής, 2001, σελ. 560, υποσ. 58, η οποία συντάσσεται απολύτως με την κρίση αυτής της Εισαγγελικής Προτάσεως, την οποία χαρακτηρίζει ορθή.
Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λεβαδείας 20/1966 ΕισΠροτ Π. Ζαβολέα ΠοινΧρ 1966, σελ. 503.
BGHSt 21, σελ. 59 επ., 61.
BayObLG NJW 1973, σελ. 565.
BGH NStZ 1985, σελ. 26.
Βλ. και BGH NJW 1987, σελ. 1092, όπου έγινε δεκτό ότι στοιχειοθετείται ευθύνη για ανθρωποκτονία κατ’ απαίτησιν (πρβλ. άρ. 300 ΠΚ) σε βάρος του κατηγορουμένου, ο οποίος, βλέποντας ότι ο θείος του μπορεί να αποτύγχανε να αυτοκτονήσει (ο τελευταίος είχε εγχύσει ενδομυικώς στο σώμα του 15-20 ml του φαρμάκου Scophedal), του χορήγησε ο ίδιος το εν λόγω φάρμακο με ενδομυική ένεση, γεγονός «που οδήγησε μετά από μία περίπου ώρα στον θάνατο του θείου του, ο οποίος ενδεχομένως θα πέθαινε συνεπεία της ενέσεως που είχε κάνει ο ίδιος στον εαυτό του, οπωσδήποτε όμως θα ζούσε τουλάχιστον μία ώρα ακόμη, εάν δεν είχε μεσολαβήσει η ενέργεια του κατηγορουμένου».
BGH NStZ 1981, σελ. 218.
NStZ 1981, σελ. 219.
BGH NStZ 2002, σελ. 253.
Βλ. π.χ. Schmidhäuser, StrafR, AT, 1984, 5/68· Frisch, Tatbestandsmäßiges Verhalten und Zurechnung des Erfolgs, 1988, σελ. 555 επ.∙ Sch/Sch-Eser, StGB, 2001, § 212, αριθμ. περ. 3 και Sch/Sch-Lenckner, 2001, Vor §§ 13, αριθμ. περ. 80· SK-Horn, 2000, § 212, αριθμ. περ. 22· Jakobs, StrafR, AT, 1991, 7/17· Kühl, StrafR, AT, 2008, § 4, αριθμ. περ. 25· Weber, εις: Baumann/Weber/Mitsch, StrafR, AT, 2003, § 14, αριθμ. περ. 13 (εδώ αναφέρεται το παράδειγμα της “σανίδας του Καρνεάδη” και επισημαίνεται ότι ο ναυαγός που εκτοπίζει τον συνναυαγό του από την σανίδα, επειδή αυτή μπορεί να χωρέσει μόνο ένα άνθρωπο, προκαλεί αιτιωδώς τον θάνατο του εκτοπισθέντος, όντας άνευ σημασίας το γεγονός ότι ο τελευταίος θα πνιγόταν μετά από λίγα λεπτά)· Frister, StrafR, AT, 2009, Κεφ. 9, αριθμ. περ. 18, σελ. 98· Rengier, StrafR, BT II, 2010, § 3, αριθμ. περ. 10· του ιδίου, StrafR, AT, 2010, § 13, Rαριθμ. περ. 23-24.
Dencker, Zum Erfolg der Tötungsdelikte, NStZ 1992, σελ. 311 επ., 314.
Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2025, σελ. 245, υποσ. 764.
Πρόσβαση σε λογαριασμό βοηθείας ασθενούς: Απόφαση Πιτσιλάδη και Βασιλέλλης κατά Ελλάδας. Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου. Διαθέσιμο σε: https://eeeurd.gr/wp-content/uploads/2024/09/%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%97%CE%93%CE%97%CE%A3%CE%97-%CE%A4%CE%A3%CE%95%CE%92%CE%91-%CE%95%CE%9A%CE%94%CE%97%CE%9B%CE%A9%CE%A3%CE%97-%CE%95%CE%A5%CE%A1%CE%A5%CE%93%CE%95%CE%9D%CE%97-2023.pdf









